Οινόραμα 2014 –αυτή τη φορά, στο παλιό αεροδρόμιο

Η εκδήλωση:

Ε, δεν μπορεί να μην ξέρετε τι είναι το Οινόραμα! Το Οινόραμα είναι (μάλλον) η μεγαλύτερη και σημαντικότερη οινική έκθεση στην Ελλάδα, με ιστορία περίπου είκοσι ετών. Συγκεντρώνει, εκτός από οινοπαραγωγούς και εισαγωγείς, πολλές εταιρείες που εμπορεύονται εξοπλισμό οινοποίησης – εμφιάλωσης – ετικέτας κλπ κι έχει καθιερωθεί ως το ραντεβού του οινικού κόσμου της Ελλάδας κάθε δύο χρόνια.

Αυτή τη φορά όμως συστεγαζόταν με έκθεση για το ελαιόλαδο. Σχετικές απορίες κι ερωτηματικά θα ακολουθήσουν.

Το μέρος:

Η έκθεση είναι μεγάλη, πραγματικά μεγάλη. Φέτος έγινε για πρώτη φορά στο Ολυμπιακό Κέντρο Ξιφασκίας στον χώρο του Ελληνικού. Παρότι επιλύθηκε το χρόνιο πρόβλημα του παρκαρίσματος, η έκθεση παρουσίαζε παιδικές ασθένειες οι οποίες είναι αδιανόητες μετά από τόσα χρόνια ύπαρξης. Δεν υπήρχαν ταμπέλες να σε κατευθύνουν, ούτε στο χώρο του αεροδρομίου ούτε καν στην ίδια την είσοδο της έκθεσης. Το συνεπαγόμενο περπάτημα/ψάξιμο με τον χθεσινό βοριά δεν ήταν καθόλου ευχάριστη υπόθεση.

Οι εκθέτες μου φάνηκαν λιγότεροι από άλλες χρονιές (δει δε χρημάτων…) όμως μου άρεσε που τα περίπτερα είχαν οργανωθεί γεωγραφικά κι έβρισκες μαζεμένους τους παραγωγούς της Βορείου Ελλάδος, της Κρήτης, κοκ. Έτσι κι αλλιώς, στο μυαλό του κάθε οινόφιλου το πρώτο κριτήριο κατηγοριοποίησης του κρασιού είναι η γεωγραφία.

Θέλω να θίξω κάτι όμως. Το θέμα με τα επιπλέον € 3 για να πάρεις ποτήρι δεν είναι καινούργιο, είχε ήδη γίνει το 2012. Παρόλα αυτά, το θεωρώ συνεχιζόμενο λάθος. Τι είδους συμπεριφορά ενθαρρύνουν στο κοινό; Να φέρουμε ποτήρια από το σπίτι; Να ζητάμε από τους εκθέτες να στάξουν στις χούφτες μας για να δοκιμάσουμε; Δεν ξέρω τι κόστος αντικατοπτρίζει η κίνηση στην πράξη (άλλωστε νομίζω αφορά μόνο όσους μπαίνουν με πρόσκληση) αλλά αποπνέει μια (να το πω; θα το πω!) τσιγκουνιά κι αυτό είναι αρνητικό.

Η ημέρα:

Επειδή «χρησιμοποιώ» αυτές τις εκθέσεις για να δοκιμάζω είτε παραγωγούς που δεν ξέρω είτε καινούργια κρασία ή, τέλος, κρασιά που έχω πολύ καιρό να δοκιμάσω, επιλέγω συνήθως από πριν τι πάνω – κάτω θα δοκιμάσω ή τουλάχιστον τι θα ψάξω. Φέτος έτυχε να έχω περιορισμούς με διάφορες υποχρεώσεις, οπότε πήγαμε στο μόνο «παράθυρο ευκαιρίας» που υπήρχε: Κυριακή πρωί. Είχε περισσότερο κόσμο απ’ ό,τι περίμενα αλλά υπήρχε άνεση ανάμεσα στους πάγκους και δεν δυσκολευτήκαμε.

Οι δοκιμές και οι εντυπώσεις μου:

Οι στόχοι μου ήταν Σαντορίνη – Κρήτη – Ζάκυνθος (και σε μεγάλο βαθμό τους πέτυχα). Ξεκίνησα με τον Γαβαλά όπου δοκίμασα κατ’ αρχήν μια ποικιλία που δεν είχα ακούσει καν ξανά, το Κατσανό. Τραγανό και ηφαιστειώδες, φέρνει άμεσα στο νου Σαντορίνη, αν και δεν έχει ούτε την οξύτητα ούτε την επίγευση του ασύρτικου. Φανταστείτε ένα μοσχοφίλερο φτιαγμένο για ανθρώπους που σιχαίνονται το μοσχοφίλερο – αν κι αυτή η περιγραφή μάλλον αδικεί την ποικιλία.  Πάντως είναι ένα ενδιαφέρον κρασί, αν και με κοντό τελείωμα. Η Σαντορίνη του Γαβαλά είναι καλοδουλεμένη και τυπική, γεμάτη λεμονανθούς. Το Wild ferment είναι πολύ πετυχημένο, πιο λιπαρό στο στόμα κι ελκυστικό, μια πραγματική απόλαυση για εραστές του ασύρτικου! Σημειώνω, δεν θυμίζει το «ομώνυμο» της Γαίας, καθώς δεν έχει περάσει καθόλου από βαρέλι. Το Νυχτέρι ήταν υπέροχο, ισορροπημένο, παρά το υψηλό αλκοόλ – χαίρομαι ιδιαίτερα που αυτά τα κρασιά βρίσκουν σιγά –σιγά μια σταθερή θέση στην γκάμα των παραγωγών. Αργότερα δοκίμασα και το vinsanto του, ήταν καλό χωρίς να με ενθουσιάσει – ίσως επειδή υπήρχαν κι άλλα προς δοκιμή στην έκθεση.

Συνέχεια στον πάγκο της Santo Wines για κάτι που περίμενα με ανυπομονησία: αφρώδες από ασύρτικο. Ομολογώ ότι απογοητεύτηκα. Είχε την επιθετική οξύτητα που συνήθως απολαμβάνουμε στις Σαντορίνες, χωρίς όμως παρατεταμένη επίγευση και μια πικράδα σχεδόν αδικαιολόγητη. Ενδιαφέρον σίγουρα, αλλά όχι αρκετά ελκυστικό. Να σημειώσω φυσικά ότι πρόκειται για την πρώτη τους προσπάθεια, τον πρώτο τρύγο που εμφιαλώνεται.

Σειρά είχε η Κρήτη και συγκεκριμένα ο Δουλουφάκης. Πρόκειται για παραγωγό που, κατά την γνώμη μου, προσφέρει συγκλονιστικό value for money. Γνωρίζω κι αγαπώ τα ερυθρά του, οπότε ήθελα να δοκιμάσω τα λευκά. Μας καθοδήγησε ένας αυστηρός μυστακοφόρος Κρητίκαρος – πώς μου αρέσει η ευγενική αλλά αντρίκεια αντιμετώπιση που βγάζουν οι Κρητικοί στην καθημερινότητά τους! (όσο ακριβώς με εκνευρίζει ο τρόπος που αντιμετωπίζουν την οπλοκτησία!) Ήπια Sauvignon Blanc, αντιπροσωπευτικό κι ευχάριστο, Chardonnay που δεν θύμιζε την ζέστη της Κρήτης, αλλά έφερνε στο νου ψυχρότερα κλίματα, το λευκό Enotria, και τον λευκό Άσπρο Λαγό (προσοχή, υπάρχει και ερυθρός) από την ποικιλία των ημερών, το Βιδιανό, περασμένο διακριτικά από βαρέλι. Όλα τα κρασιά του Δουλουφάκη είναι ισορροπημένα, απεικονίζουν πιστά τις αρετές της ποικιλίας που υπάρχει στη φιάλη και τα βρίσκω πάντα πιο οικονομικά από όσο θα ήμουν πρόθυμος να πληρώσω. Στο τέλος της ημέρας δοκίμασα και δύο γλυκά τους, τα οποία δεν τα θεωρώ τα δυνατότερα της γκάμας – αλλά ίσως αδικήθηκαν, γιατί είχαν προηγηθεί ένα σωρό vinsanto.

Δίπλα ακριβώς ήταν το οινοποιείο του Πατεργιαννάκη, όπου δοκίμασα και το δικό τους, βιολογικής καλλιέργειας, Βιδιανό. Δεν ήταν καλό δυστυχώς, υπήρχε έντονα η αίσθηση της φυτικότητας που δείχνει άγουρη πρώτη ύλη.

Επιστροφή στην Σαντορίνη, με το οινοποιείο Χατζηδάκη. Μας σερβίρισε ο ίδιος ο ιδιοκτήτης και οινοποιός, ένας άνθρωπος με πάθος για την δουλειά του. Η Σαντορίνη του Χατζηδάκη δεν μοιάζει με Σαντορίνη. Έχει μια στρογγυλάδα και μια απαλότητα, έχει υπέροχα ενσωματωμένο το αλκοόλ της και διαθέτει μια γενναιοδωρία που σπάνια την βρίσκεις στο ασύρτικο. Είναι χυμώδης και κομψή ταυτόχρονα. Η εκδοχή των Vielles vignes (παλαιωμένα κλήματα) είναι ακόμα καλύτερη, ενώ το Νυχτέρι είναι μια πραγματική απόλαυση που κάθε οινόφιλος θα έπρεπε να δοκιμάσει. Αργότερα έκανα πέρασμα και με Μαυροτράγανο (πολύ καλό, αν και υπάρχουν και καλύτερες εμφιαλώσεις), Βινσάντο (συγκρατημένο, «αντρικό», υπέροχο) και Νάμα, γλυκό κρασί από Μανδηλαριά. Το Νάμα είναι πολύ σωστά φτιαγμένο, αλλά εξοντωτικά γλυκό.

Βρήκα ευκαιρία στην επόμενη στάση και δοκίμασα μια σειρά κρασιά από τη Νέα Ζηλανδία και το οινοποιείο Graywecke. Γενικά μου αρέσουν τα κρασιά της Ν.Ζηλανδίας και τα κυνηγάω, παρότι τα βρίσκω κάπως ακριβά για την πραγματικότητα της μνημονιακής Ελλάδας. Ήπια ένα δροσιστικό, αστραφτερό Sauvignon Blanc, ένα απολαυστικό “Wild Sauvignon” (Sauvignon Blanc σε βαρέλι) που θα έβαζε τα γυαλιά σε πολλά Sancerre, δυο Chardonnay (αυτό από βόρειο νησί δεν άξιζε ιδιαίτερα, σε αντίθεση με του νοτίου). Δοκίμασα ένα καλοφτιαγμένο Pinot Gris, μια αδικημένη ποικιλία κι ένα πραγματικά εξαιρετικό Riesling, με πληθωρικά αρώματα (βενζίνη στο ποτήρι μας!), ατσαλένια οξύτητα και μια γλύκα από τα σάκχαρα που ισορροπούσε τέλεια πάνω στην κόψη του ξυραφιού. Τέλος, δοκίμασα και δύο Pinot Noir. Του βορείου νησιού, και πάλι, δεν είχε τόσο ενδιαφέρον, του νοτίου όμως ήταν το είδος του κρασιού που χτίζει την καλή φήμη μιας περιοχής. Πληθωρικό μπουκέτο, μεγάλη επίγευση, καλή δομή. Απλά απολαυστικό. Παρόλα αυτά, με τιμές από € 20 και πάνω, δεν ξέρω σε ποιους καταναλωτές απευθύνονται.

Δίπλα ακριβώς ήταν ο πάγκος του Γράμψα, από την Ζάκυνθο. Ο κος Γράμψας φτιάχνει ένα λευκό από Γουστολίδι, μια τοπική ποικιλία, πολύ ιδιαίτερη. Ήθελα όμως να δοκιμάσω τον Αυγουστιάτη του. Ο Αυγουστιάτης είναι μια ποικιλία που την πιστεύω πολύ, δίνει κρασιά σκουρόχρωμα, μαύρα, πληθωρικά, με μέτρια οξύτητα αλλά καλοδομημένες τανίνες. Θες μαχαιροπήρουνο για να τον χειριστείς! Ο Γράμψας κάνει τρεις εκδοχές του: το nouveau, που είναι πολύ πιο σοβαρός από τα περισσότερα nouveau, τον παλαιωμένο, ιδανικό για να γνωρίσει κανείς την ποικιλία, και τον πιο ενδιαφέροντα από τους τρεις, τον γλυκό. Χωρίς έντονη γλύκα, το κρασί θυμίζει ένα πορτ που δεν έχει υψηλό αλκοόλ. Πιστεύω ότι είναι ιδανικό για το τέλος ενός γεύματος με αγαπημένους φίλους που κανείς δεν θέλει να σηκωθεί από το τραπέζι. Σε κάθε περίπτωση, σημειώστε τον Αυγουστιάτη, θα τον ακούσουμε πολύ τα επόμενα χρόνια!

Στην λογική της σύγκρισης, κατευθύνθηκα προς τον πάγκο του Συνεταιρισμού Ζακύνθου. Ανάκατα με ανθρώπους που δοκίμαζαν ελαιόλαδο ή καλούδια τύπου σταφίδες βουτηγμένες σε σοκολάτα (ωραιότατο μεν, φοβάμαι ότι ανήκε σε άλλη έκθεση δε) δοκίμασα ένα τίμιο Λευκό (που δεν συγκράτησα την ποικιλία από την οποία φτιάχνεται), τη Βερντέα τους (παραδοσιακό και λίγο ρουστίκ) και τον Αυγουστιάτη τους (όχι τόσο καλοφτιαγμένεος όσο του Γράμψα, αλλά και πάλι ενδιαφέρον και ιδιαίτερος).

Λίγο πιο κει, ο Αργυρός. Είχα σταματήσει να δοκιμάζω λευκά και πέρασα κατ’ ευθείαν στο ε-ξαι-ρε-τι-κό Μαυροτράγανο του οινοποιείου, αλλά και στα βινσάντο 3 επιπέδων που προσφέρουν: παλαίωση για 4, 11 ή 20 έτη. Το 20-ετές βινσάντο του Αργυρού είναι ένα υπέροχο κρασί, γεμάτο τραγανά αρώματα κι επίγευση που συγκινεί. Θεωρώ ότι κάθε φίλος του κρασιού θα πρέπει να το δοκιμάσει κάποια στιγμή. Τα άλλα δυο δεν πάνε πίσω, ειδικά αν συγκρίνεις ποιότητα / κόστος.

Τελείωσα με μια μίνι σειρά Ξινόμαυρων. Ήθελα να δω το Κτήμα Μελιτζανή μετά το τραγικό δυστύχημα που είχε συμβεί πριν λίγα χρόνια. Δοκίμασα ένα Ξινόμαυρο με Merlot (βολικό, «θηλυκό» κρασί, που δεν θα προβληματίσει την παρέα αλλά θα σε βγάλει ασπροπρόσωπο), το Κτήμα τους (μια τυπική Νάουσσα, με σωστή οξύτητα, καλοφτιαγμένες τανίνες κι όλη την ένταση που πρέπει να έχει) και την Κάβα του 2000 – πολύπλοκο, δομημένο, αλλά έντονα όξινο ακόμα και για τα δικά μου γούστα. Με χαρά διαπίστωσα ότι το Κτήμα είναι στο ίδιο, αγαπημένο επίπεδο που ήξερα. Δοκίμασα επίσης από την Μπουτάρης Οινοποιητική ένα single vineyard Ξινόμαυρο που με ενθουσίασε. Είχε αρωματικό βάθος, είχε τυπικότητα, είχε συγκρατημένη, ισορροπημένη γεύση, ευχάριστο φρούτο και ήπιες τανίνες. Δυστυχώς δεν συγκράτησα την ετικέτα, αλλά θα έχω το νου μου να το ψάξω. Ειδικά όσο το «αντίπαλο δέος», η πολύ-αγαπημένη Ράμνιστα συνεχίζει να μεταμορφώνεται σε κρασί του Νέου Κόσμου…

Τι συγκράτησα:

Οι Έλληνες επικεντρωνόμαστε πια στις ελληνικές ποικιλίες, και καιρός ήτανε! Αιώνες συνύπαρξης με τον τόπο τους έχουν δώσει πλεονεκτήματα προσαρμογής στο terroir που δεν είναι δυνατό να τα περιμένεις από τις κοσμοπολίτικες. Οι υποψήφιες για το επόμενο χιτ, για τη νέα Μαλαγουζιά ας πούμε, είναι πολλές. Συγκρατείστε το Βιδιανό από την Κρήτη και τον Αυγουστιάτη από τη Ζάκυνθο – έχουν χαρακτήρα και θα δώσουν σημαντικά πράγματα στο μέλλον.

Επίσης προχωράει (έμμεσα και αποσπασματικά, αλλά προχωράει) η ιδέα του cru με τις εμφιαλώσεις από επιλεγμένους αμπελώνες στις ποίες προχωράνε από δική τους πρωτοβουλία διάφοροι παραγωγοί. Θεωρώ ότι αν προσεχθεί να «συνδεθούν» η εικόνα αυτών των εμφιαλώσεων με την τοπικότητα και τα ΟΠΑΠ θα είμαστε σε καλό δρόμο για αναγνώριση συγκεκριμένων crus κι αυτό θα είναι καλό για όλους τους σοβαρούς παραγωγούς.

Η ίδια η έκθεση δεν ήταν τόσο απολαυστική όσο την θυμάμαι, υπήρχαν ελλείψεις και μικρο-αβλεψίες που δεν της ταιριάζουν. Μεγαλώνω και παραξενεύω; Ίσως. Ωστόσο, έχω βρεθεί σε αρκετά Οινοράματα (και άλλες εκθέσεις) για να ξέρω τι να περιμένω. Ελπίζω τα θεματάκια να ξεπεραστούν το 2016 και το Οινόραμα να γίνει και πάλι αυτό που περήφανα είναι χρόνια τώρα: σημείο αναφοράς για το ελληνικό κρασί.

Σύντομες σημειώσεις από το GENKA Wine Fair

Η εκδήλωση:

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον βλέπω τελευταία να γίνονται μικρές εκδηλώσεις από εισαγωγείς, διακινητές ή κάβες, που προσφέρουν μια γνωριμία με την γκάμα τους και επιτρέπουν στον καταναλωτή να προσθέσει ετικέτες (είτε μάρκες είτε περιοχές ή ποικιλίες) στα κρασιά που τον ενδιαφέρουν. Μια τέτοια εκδήλωση έγινε πριν δυο Κυριακές στο Hilton και ήταν η εκδήλωση της ΓΕΝΚΑ Εμπορικής.

Το μέρος:

Hilton. Χρειάζεται να πω τίποτα άλλο; 🙂

Η ημέρα:

Αν είσαστε γονείς, θα ξέρετε ότι έχει ανοίξει η σαιζόν των παιδικών πάρτυ. Στην προσπάθεια να χωρέσω υποχρεώσεις, επιθυμίες και ανάγκες μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο που, όσο και να προσπαθήσεις διαρκεί μόνο 48 ώρες, κατάφερα τελικά να βρεθώ Κυριακή απόγευμα, πριν από το σινεμά. Σύντομα και στοχευμένα, προσπάθησα να χρησιμοποιήσω και αυτή την έκθεση όπως όλες: για να δοκιμάζω είτε παραγωγούς που δεν ξέρω είτε καινούργια κρασιά ή, τέλος, κρασιά που έχω πολύ καιρό να δοκιμάσω. Δεν πέρασαν πολλά από το ποτήρι μου, λόγω χρόνου, αλλά έμεινα πολύ ικανοποιημένος από αυτά που δοκίμασα.

Οι δοκιμές και οι εντυπώσεις μου:

Η ΓΕΝΚΑ είχε κόσμο και κοσμάκη στα stands. Δυνατά διεθνή brand names (Antinori. Guigal, Hugel, Baron Philippe de Rothschild, Robert Mondavi, Penfolds, Rosemount, Graham’s Port, κοκ) και σε αρκετές περιπτώσεις κόσμο από την ίδια την φίρμα να σερβίρει. Η προσπάθεια ήταν πολύ καλά οργανωμένη, ποτήρια, χαρτιά σημειώσεων, ενημερωτικά φυλλάδια ήταν στην διάθεση του επισκέπτη ανά πάσα στιγμή, παρότι η έκθεση κόντευε να τελειώσει.

Ξεκίνησα με μια μίνι διαδρομή μεταξύ διαφόρων Pinot Noir. το Selected Vineyard Pinto Noir Gibsons Run από τη φίρμα Coopers Creek (Νέα Ζηλανδία) ήταν τυπικό, όχι ιδιαίτερα περίπλοκο ή απαιτητικό, αλλά ευχάριστο. Κρασί φτιαγμένο για να αργοπίνεται μόνο του μάλλον παρά με φαγητό, δεν με ενθουσίασε. Ακόμα πιο κάτω θεωρώ ότι είναι το Yabby Lake Pinot Noir, από την Αυστραλία. Βασικό πρόβλημα του συγκεκριμένου: έντονο βαρέλι. Μεγάλη αμαρτία γενικά αυτή, για τα Pinot Noir ειδικότερα είναι θανάσιμη!

Στην απέναντι πλευρά της αίθουσας βρέθηκα στην πατρίδα της ποικιλίας και σε δύο πάγκους negociants της Βουργουνδίας. Προτίμησα να μείνω στον Faiveley, που τον θεωρώ μάλλον πιο σταθερό από τον Bouchard Pere & Fils και το στυλ του οίκου ταιριάζει περισσότερο στα γούστα μου. Πάντως, οι περισσότερες Βουργουνδίες που καταλήγουν στο ποτήρι μου είναι L.Jadot – μακάρι να μπορούσα να αγοράζω DRC ή να είχα την πρόσβαση σε μικρούς παραγωγούς που έχουν μερικοί – μερικοί, (ναι, είμαι ζηλιάρης!) αλλά λέω και πάλι καλά! 🙂

Επανέρχομαι: μεγάλο θέμα με την Βουργουνδία λοιπόν είναι η χρονιά του 2005. Αν μπορείτε να αρπάξετε μπουκάλια της σοδειάς αυτής, μην το συζητάτε καν: βουρ! Θυμάμαι κάποιες πολύ λαχταριστές φιάλες, με κρασί που κυριολεκτικά δεν μπορούσες να σταματήσεις να το απολαμβάνεις και ήταν απλό Bourgogne rouge, όχι κάποιο cru ή ακόμα και villages! Έτσι, το Bourgogne rouge 2006 το βρήκα μάλλον απογοητευτικό. Είναι καλοφτιαγμένο κι έντιμο, αλλά δεν συγκρίνεται με την απόλαυση που χάριζε απλόχερα η προηγούμενη χρονιά. Χάρηκα όμως που δοκίμασα δύο διαφορετικά Villages 2005 και μάλιστα που διαπίστωσα τον χαρακτήρα τους όπως ακριβώς τον περιγράφει η βιβλιογραφία: το VosneRomanee 2005 ήταν ξεχωριστό, με μεθυστικό άρωμα και αριστοκρατικό χαρακτήρα, ενώ το Nuits St.Georges 2005 είχε ένταση σε χρώμα, τανίνες και οξύτητα, αν και ήταν πιο ακατέργαστο και ελαφρώς απότομο στο τελείωμα. Μου έκανε εντύπωση που κάποιοι αισιόδοξοι ερχόντουσαν στο stand και ζητούσαν (κατ’ ευθείαν) να δοκιμάσουν κάποιο από τα Grand Cru του οίκου – πολύ φυσικά, δεν υπήρχαν διαθέσιμα…

Τι πιο φυσική συνέχεια για μια Βουργουνδία από το Barolo; Στο stand του Gaja δοκίμασα (και απόλαυσα) το Barolo da Gromis. Το κρασί περνάει 12 μήνες σε barrique και άλλους 12μήνες σε μεγάλο βαρέλι. Το αποτέλεσμα είναι ένα υπέροχο Nebbiolo, με τανίνες που μοιάζουν σχεδόν κρυμμένες, ελκυστικό, απαλό, θηλυκό. Υπέροχο – αλλά και το κόστος του, με προτεινόμενη λιανική στα € 56 δεν είναι καθόλου λίγο.

Πέρασα μετά στην Ισπανία. Έχοντας πιει αρκετές Rioja στη ζωή μου (και μάλιστα μου κακοφαίνεται που δεν τις βρίσκω πιο συχνά στην Ελλάδα) νιώθω αρκετά εξοικειωμένος με την πιο γνωστή περιοχή της Ισπανίας, αλλά και με την Ribera del Duero. Η ζώνη που με συναρπάζει τα τελευταία χρόνια είναι το Priorato. Δοκίμασα λοιπόν το Priorat Salmos 2005, ένα μείγμα Cabernet Sauvignon Merlot Carignano (ή ίσως Garnacha, o οινοχόος του πάγκου δεν ήταν σίγουρος). Ήταν πυκνό και στιβαρό, πολύ νεαρό ακόμη, καλόγνωμο, με απαλές τανίνες και εξαιρετική επίγευση. Το συγκεκριμένο με προτεινόμενο κόστος , € 22 θεωρώ ότι έχει εξαιρετική σχέση τιμής – ποιότητας. Όσο ιεροσυλία κι αν ακουστεί, δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από το Barolo που έπινα λίγο πριν.

Έκλεισα την βραδιά μου στον πάγκο του Marques de Caceres, όπου δοκίμασα την Rioja Reserva (ωραίο χρώμα, αλλά ίσως λίγο απλό για την λιανική του) και την Rioja Gran Reserva, (πυκνό χρώμα, ελκυστική μύτη, ωραία επίγευση, ξηρό τελείωμα, λίγο άγριες τανίνες). Το Gaudium είχε δυστυχώς τελειώσει.

Τι συγκράτησα:

Πολύ σύντομα; Ότι τέτοιες μίνι εκδηλώσεις αξίζουν τον κόπο και με το παραπάνω, ειδικά αν πηγαίνει κανείς προετοιμασμένος ότι είναι φύσει αδύνατο να δοκιμάσει τα πάντα. Ότι δεν προξενούν πια έκπληξη σε μια Αθήνα που τις θεωρεί φυσιολογικές – έχει αρχίσει να υπάρχει αρκετό οινοφιλικό κοινό για πιο τολμηρά πράγματα. Ότι εντάσσονται εύκολα σαν τμήμα μιας εξόδου, και ίσως γιαυτό βλέπεις με ευχαρίστηση τον κόσμο να είναι dressed up λιγάκι για την περίσταση. Και ότι η ποικιλία και η πληθώρα των επιλογών που έχουμε πια στην διάθεσή μας δείχνει ίσως καλύτερη από ποτέ. Μέχρι το επόμενο event – στην υγειά μας!

ΥΓ: Αναλυτικότερη (και καλύτερη!) αναρτήση για το event θα βρείτε εδώ. Προσπάθησα να βάλω και link για το αντίστοιχο ποστ του hungryforhungry αλλά στάθηκε αδύνατο (αυτά τα κομπιούτερ είναι συσκευές του διαβόλου!) Εγώ σημείωσα ουσιαστικά δυο – τρεις ετικέτες που θα αναζητήσω στις κάβες μέσα στο χειμώνα που μας έρχεται και τις προτείνω κι από εδώ.

Οινοτουρισμός στη Νεμέα

Αηγιωργήτικο λιάζεται αμέριμνο, Ιούνιος 2008

Τον τελευταίο καιρό οι διάφορες εκδρομές / διακοπές που κάνουμε οικογενειακά συνδυάζονται με επισκέψεις σε οινοποιεία. Αυτό γίνεται πλέον τακτικά, είναι ιδιαίτερα ευχάριστο κι αν δεν το έχετε κάνει το  συστήνω. Είναι ιδιαίτερα όμορφη εμπειρία. Θα σας δείξουν τους χώρους, έξω και μέσα στο οινοποιείο, θα απαντήσουν με υπομονή και όρεξη στις απορίες σας, ακόμα και τις πιο προφανείς, και θα σας δώσουν να δοκιμάσετε αλλά και να αγοράσετε. Οι τιμές βέβαια θα έπρεπε (συνήθως) να είναι σημαντικά χαμηλότερες από αυτές στις κάβες και δεν είναι. Δεν ξέρω όμως αν υπάρχει κάποια εμπορική συμφωνία με τους διανομείς για να διατηρείται κάποιο «κατώφλι» ελάχιστου, για λόγους ανταγωνισμού.

Ανεξάρτητα από το τι και πόσο θα αγοράσετε, αν είστε τυχεροί ή/και δείξετε και ενδιαφέρον κατά την ξενάγηση θα σας ανοίξουν την καρδιά τους. Θα σας μιλήσουν ανοιχτά για τα προβλήματά τους, τις αγωνίες τους. Θα φουντώσουν με αγανάκτηση όταν αναφέρετε τις αλυσίδες διανομής ή την γραφειοκρατία του Υπουργείου, και θα χαρούνε να τους παινέψετε λεπτομέρειες από αυτά που κάνουν. Από την μικρή εμπειρία που έχω, οι άνθρωποι του κρασιού έχουν πάθος για αυτό που κάνουν. Ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα του καθενός, τις απόψεις τους και τις προτιμήσεις τους, την προσέγγισή τους και τις πρακτικές τους, (σχεδόν) όλοι όσοι δουλεύουν το αμπέλι και τα δώρα του διακρίνονται για το πάθος τους για αυτό που κάνουν. Είναι πραγματικά ωραία να ακούς έναν άνθρωπο που αγαπά αυτό που κάνει να μιλά για τα «παιδία» του, για τις φιάλες που βγαίνουν από τα χέρια του, για τα σχέδιά του να τα βελτιώσει, για τις ελπίδες και τα όνειρά του. Άλλωστε, γύρω από μια ανοιχτή φιάλη κρασί, γίνονται τέτοιες συζητήσεις πιο εύκολα.

Αν λοιπόν έχετε όρεξη για να αρχίσετε την καριέρα του οινο-τουρίστα, αυτό το Σαββατοκύριακο γίνονται στη Νεμέα οι Μεγάλες Ημέρες του Κρασιού, μια προσπάθεια να είναι συντονισμένα διαθέσιμα τα οινοποιεία της μεγάλης και σημαντικής αυτής περιοχής για επισκέψεις και δοκιμές. Σε απόσταση πολύ κοντινή στην Αθήνα και διάστικτη από αξιόλογους έως εξαιρετικούς παραγωγούς, η Νεμέα είναι πιστεύω ιδανική για μια εκδρομή με αρώματα και χρώματα. Δείτε για λεπτομέρειες εδώ.

Σε πρώτο πλάνο η αρχαία Νεμέα, και σε δεύτερο η σύγχρονη

Και μια ευκαιρία να γκρινιάξω στους Νεμεάτες: αναρωτιέμαι σε τι πελάτες απευθύνεστε όταν δηλώνετε ότι το οινοποιείο σας είναι επισκέψιμο και εννοείτε μόνο σε εργάσιμες ημέρες και ώρες. Αν το Σάββατο είναι κλειστό, πότε θα έρθει για επίσκεψη ο μεμονωμένος οινόφιλος; Πρόσφατα έκανα την απόπειρα για Σαββατοκύριακο στην περιοχή και με φωτεινή εξαίρεση το Κτήμα Παλυβού, στο οποίο είχαμε μια ωραιότατη ξενάγηση και αναλυτική δοκιμή όλων των κρασιών του, από τα πιο φρέσκα Αγιωργήτικα ως και την σειρά Terra Leone. Αντίθετα, άλλα οινοποιεία διατείνονταν διαθεσιμότητα για επισκέπτες την ώρα που π.χ. η ευγενική όσο και άσχετη γιαγιά της οικογένειας σήκωνε το τηλέφωνο για να μας πει ότι δεν είναι κανείς εκεί και να ξαναδοκιμάσουμε το απόγευμα. Από άποψη μάρκετινγκ τα πράγματα είναι απλά: αν θέλετε να λέγεστε επισκέψιμοι πρέπει να είστε ανοιχτοί τουλάχιστον και το Σάββατο.

Καλές διαδρομές εύχομαι!

Οινόραμα 2008 – been there, done that, (almost) got the t-shirt

Η εκδήλωση:

Το Οινόραμα είναι ξεκάθαρα η μεγαλύτερη και σπουδαιότερη οινική έκθεση στην Ελλάδα, με ιστορία από το 1994 (αν δεν κάνω λάθος) περίπου την εποχή που πρωτο-βγήκε το ΕΥ και έγινε η πρώτη απονομή Χρυσών Σκούφων (προϊστορικά χρόνια λέμε). Γίνεται κάθε δύο χρόνια και συγκεντρώνει, εκτός από περίπου όλους τους οινοπαραγωγούς και εισαγωγείς, πολλές εταιρείες που εμπορεύονται εξοπλισμό οινοποίησης – εμφιάλωσης – ετικέτας κλπ. Έχει καθιερωθεί ως το ραντεβού του οινικού κόσμου της Ελλάδας κάθε δύο χρόνια.

Το μέρος:

Η έκθεση σταδιακά μεγαλώνει και πλέον έχει γιγαντωθεί. Με τις καλύτερες των προθέσεων αποκλείεται να δει κάποιος πάνω από 20% των εκθετών – τα περίπτερα έχουν φτάσει τα 350 (!) και πάλι έλειψε κόσμος.  Φέτος έγινε για πρώτη φορά στο MEC της Παιανίας κι εδώ αρχίζω να γκρινιάζω. Ο χώρος είναι μεγάλος και άνετος, αλλά αμφίβολα λειτουργικός. Κατ’ αρχήν υπάρχει πρόβλημα με το παρκάρισμα – εμείς καταλήξαμε σε κάτι χωράφια απέναντι. Η χαρτογράφηση των περιπτέρων είναι ελλειπής και λανθασμένη (π.χ. το Κτήμα Μιχαλάκη που έψαχνα δεν φαινόταν στους χάρτες). Δεν υπήρχε κάποιου είδους «διαδρομή» για τον επισκέπτη, απλώς τα περίπτερα έχουν τοποθετηθεί σε μια μακρυά (έως ατελείωτη) αίθουσα – ενδιαφέρον ότι όσα αφορούν εξοπλισμό ήταν σε διακριτό χώρο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται Τέλος, υπήρχαν μικρές ενδείξεις που έδιναν την εντύπωση της φτήνιας: π.χ. με την είσοδο παίρνεις τπ συλλεκτικό ποτηράκι σου, αλλά σου ξεκαθαρίζουν ότι αν έρθεις και δεύτερη μέρα, θα πρέπει να ξαναφέρεις το ποτήρι ( φάουλ) ενώ είχαν ξεμείνει και από σακούλες (δεύτερο φάουλ – ήταν και πρωί, φαντάσου τι θα γινόταν αργά το απόγευμα!).

Η ημέρα:

Επειδή «χρησιμοποιώ» αυτές τις εκθέσεις για να δοκιμάζω είτε παραγωγούς που δεν ξέρω είτε καινούργια κρασία ή, τέλος, κρασιά που έχω πολύ καιρό να δοκιμάσω, προτιμώ να έχω ελευθερία κινήσεων. Περισσότερο από τις πιθανές δημόσιες σχέσιες που κάνει κόσμος στις εκθέσεις εγώ πάω ως μελλοντικός καταναλωτής: διαλέγω ώρες που η έκθεση είναι περίπου άδεια. Και αυτή την φορά έτσι έγινε, πήγαμε Σάββατο πρωί, δοκιμάσαμε τα πάντα χωρίς να αργήσουμε και φύγαμε πριν πλακώσουν οι μεσημεριανές…ορδές. Παρόλα αυτά, να διευκρινίσω ότι ο κόσμος ήταν όμορφος και αρκετά άνετος, ακόμα και αν ο χώρος ήταν γεμάτος επαγγελματίες του….χώρου.

Οι δοκιμές και οι εντυπώσεις μου: Συνέχεια

Εντυπώσεις από την 8η Oinotelia

Η εκδήλωση:

Τακτική ετήσια εκδήλωση, οργανωμένη από την Perfect Plan A.E. και το ομώνυμο περιοδικό με εκδότη τον Παύλο Παυλίδη. Εκτός από τις δοκιμές που εξασφάλιζες με το εισιτήριο εισόδου, υπήρχε και πρόβλεψη για κάποια σεμινάρια οινογνωσίας, με κάποιο επιπλέον κόστος. Ένα μειονέκτημα που έχει ως εκδήλωση είναι η έλλειψη συγκεκριμένου στίγματος που την διαφοροποιεί από άλλες εκθέσεις – εκτός κι αν κάποιος μπορεί να με πείσει ότι δεν μοιάζει με ένα Οινόραμα light.

Το μέρος:

Φέτος έγινε στο Μέγαρο Μουσικής. Εξαιρετικός χώρος, με άπλα και άνεση για εκθέτες και επισκέπτες. Πολύ καλύτερο από το συνηθισμένο στριμωξίδι που επικρατεί. Πολλά περίπτερα δεν ήταν ακριβώς για κρασί, αλλά για ντελικατέσεν, ψυγεία – συντηρητές, ποτήρια και καράφες, κοκ. Θα μπορούσες να τριγυρνάς από πάγκο σε πάγκο για ώρες.

Η ημέρα:

Πήγαμε Κυριακή πρωί, πριν το φαγητό, σχεδόν με το άνοιγμα για την ημέρα. Αυτό αποδείχτηκε σοφή κίνηση, αφού όταν φεύγαμε είχαν αρχίσει να καταφθάνουν ορδές επισκεπτών. Εμείς αντίθετα δεν χρειάστηκε να περιμένουμε καν σε όποιον από τους πάγκους θέλαμε να δοκιμάσουμε κάτι.

Οι δοκιμές και οι εντυπώσεις μου:

Στις εκθέσεις δεν δοκιμάζω συνήθως κρασιά που ήδη ξέρω αλλά κρασιά που είτε δεν έχω δοκιμάσει ποτέ είτε έχει περάσει πολύς καιρός από την τελευταία δοκιμή μου. Από αυτή την άποψη δεν συνηθίζω να στέκομαι ξανά και ξανά στους πάγκους των ίδιων παραγωγών. Επίσης, θέτω ως προσωπικό όριο τις 15 με 20 δοκιμές. Μετά, ό,τι κι αν κατεβάζω μου φαίνεται ίδιο, οπότε δεν έχει νόημα. Προσπαθώ δε να ακολουθώ κάποια λογική συνοχή, αλλά δεν το πετυχαίνω πάντα. Συνέχεια

Κάτι αλλάζει

Όταν μπήκε μέσα μου το μικρόβιο του κρασιού, πριν από χρόνια και καιρούς δηλαδή, ο οινόφιλος περίμενε υπομονετικά κάθε δυο χρόνια το Οινόραμα κι έλπιζε να εξοικονομήσει τα λεφτά που χρειάζονται για να μπει σε ναούς της γεύσης που συνοδεύονται και από αντίστοιχη κάβα (Σπονδή, Sale e Pepe, Αριστερά-Δεξιά ή και παλιότερα Βιτρίνα κλπ) και να «κλέψει» λίγη οινική λάμψη από τις πελώριες και καλοσχεδιασμένες wine-lists. Τα τελευταία χρόνια όμως έχει αλλάξει αυτό και υπάρχει πληθώρα events που γίνονται στην πόλη και τα οποία έχουν σχέση με το κρασί. Κάθε εβδομάδα πρέπει να έχουμε τις κεραίες στραμμένες προς την επικαιρότητα και να διαλέγουμε ανάμεσα στις ευκαιρίες που παρουσιάζονται.

Θέλετε παραδείγματα;

  • Η Καλλίστη έχει ξεκινήσει μια σειρά βραδυών παντρέματος φαγητού και κρασιού. Χθες βράδυ (Τετάρτη 12/12) ο Οινέας (ένα wine club στο οποίο αν δεν είστε ακόμα μέλη, καλά θα κάνετε να γίνετε!) είχε ένα δείπνο – παιχνίδι, όπου δύο κρασιά σερβιριζόντουσαν με κάθε πιάτο κι έπρεπε οι συμμετέχοντες να προσδιορίσουν το πιο ταιριαστό. Παρελάσαν κρασιά όπως η Οία βαρέλι (Σιγάλας), Pinot Grigio, Ribera del Duero και Σάμος Ανθεμίς, και όλα έγιναν υπό την καθοδήγηση του sommelier Γιώργου Φλούδα (γνωστός και από άρθρα στον Οινοχόο). Η βραδυά ήταν πολύ ζεστή και φιλική και επικεντρωνόνταν στην απόλαυση του κρασιού και όχι στη μετάδοση θεωρητικής γνώσης γύρω από αυτό – όπως πρέπει δηλαδή.
  • Απόψε Πέμπτη (13/12) στο Aleria παντρεύονται τα κρασιά της Σεμέλης με ειδικό μενού, ενώ παρουσιάζεται και το νέο τους απόσταγμα.
  • Αύριο Παρασκευή (14/12) το εστιατόριο του Intercontinental παρουσιάζει σετ μενού 6 πιάτων με 6 ποτήρια διαφορετικών κρασιών και θέμα «Περιήγηση στον Γαλλικό αμπελώνα». Ξεκινά από Chablis και έχει μέσα Sauvignon Blanc από τον Λίγηρα, Gewurtztraminer από την Αλσατία, Bordeaux (Medoc), Chassagne-Montrachet (γιαμ γιαμ!) και κλείσιμο με γλυκό Μοσχάτο. Επειδή έχω τσεκάρει την εξάδα των κρασιών, σας διαβεβαιώ ότι είναι πολύ καλή περίπτωση (αν όλα πάνε καλά, θα είμαι εκεί, τι παραπάνω να πω; )
  • Το εστιατόριο «ΤΟ» στις 15/12 έχει ειδικό μεσημερινό menu degustation συνοδεία κρασιών που επέλεξε ο γνωστός οινολόγος Δημήτρης Χατζηνικολάου, άνθρωπος με έγκυρη και ζεστή παρουσία στον χώρο εδώ και χρόνια. Αν έχω καταλάβει καλά κάτι ανάλογο θα οργανώνεται κάθε δύο – τρεις εβδομάδες σε αυτό το εστιατόριο, και η ιδέα του Σαββατιάτικου μεσημεριού είναι πολύ πετυχημένη.
  • Το «Ιώδιο» οργανώνει τετραήμερο γευσιγνωσίας (17-20/12), με έμφαση σε κρασιά του Νέου Κόσμου και κυρίως από την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Το μενού ακούγεται προκλητικά ενδιαφέρον- και εδώ αξίζει να ψάξει κανείς λεπτομέρειες.
  • Και φυσικά, δεν περιοριζόμαστε στην Αθήνα. Το Κτήμα Παλυβού στη Νεμέα οργανώνει δοκιμή της σοδειάς του 2007 μέσα στο Σαββατοκύριακο που μας έρχεται, με περιήγηση στο κτήμα και εορταστικό μπουφέ

Και στα παραπάνω δεν βάζω τα ειδικά εορταστικά μενού που λόγω των ημερών θα δούμε κατά κόρον (και τα οποία βέβαια δεν εστιάζονται τόσο στην αναζήτηση της γεύσης όσο της πολυτέλειας – άλλο θέμα αυτό). Δεν βάζω επίσης ούτε το κύμα των Nouveau που φέτος έγινε πραγματικά αισθητό μετά την τρίτη Πέμπτη του Νοέμβρη.

Πάντως από επιλογές νομίζω ότι περνάμε μια πολύ καλή περίοδο, ιδιαίτερα επειδή οι διοργανωτές δεν περιορίζονται στον ελληνικό αμπελώνα αλλά τολμούν να περιλαμβάνουν και διεθνείς προτάσεις, απευθυνόμενοι πλέον σε ένα κοινό εμφανώς υποψιασμένο. Παρά το νεοπλουτισμό πολλών συμπολιτών μας, νιώθω αισιόδοξος.

Λέτε να πηγαίνουν προς το καλύτερο το πράγματα στον κόσμο του κρασιού;