Γιατί δοκιμάζουμε το κρασί στο εστιατόριο;

 1827_vatho

Αντιγράφω από μια κριτική εστατορίου που βρήκα στο διαδίκτυο:

Τέλος το κρασί.

Διάλεξε ο συνοδός μου ο οποίος έχει άποψη επί του θέματος.
Διάλεξε ένα παλαιωμένο σε βαρέλι αλλά δεν τον ικανοποίησε διότι του φάνηκε πολύ γλυκό. Ο σερβιτόρος μας εξήγησε ότι τα παλαιωμένα σε βαρέλι γλυκίζουν αλλά τελικά το επιστρέψαμε και διαλέξαμε κάποιο άλλο που ήταν εξαιρετικό.

Αχ, κι ο συνοδός έχει και άποψη επί του θέματος. Ψυχραιμία, γιατί το παραπάνω είναι μνημείο λανθασμένης προσέγγισης στο θέμα.
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι γιατί υπάρχει μεγάλη σύγχιση επί του θέματος: στο εστατόριο δεν δοκιμάζουμε το κρασί, δοκιμάζουμε τη φιάλη. Το κρασί το έχεις διαλέξει γιατί υπολογίζεις ότι θα σου αρέσει κι αν δεν σου άρεσε, κρίμα και ατυχία, αλλά το εστιατόριο δεν έχει καμιά υποχρέωση να ξεβιδώνει φελλούς μέχρι να βρει κάποιο που να είναι του γούστου σου.
Η τυχαία φιάλη ωστόσο του κρασιού που παραγγείλαμε μπορεί να έχει ελαττώματα, αλλοιώσεις επί της ουσίας. Είτε να έχει αρπάξει (οξειδωθεί) από κακή συντήρηση, είτε να έχει πάρει φελλό όπως λέγεται το δυσάρεστο άρωμα που συνοδεύει την ανάπτυξη του μήκυτα ΤΒΑ (δείτε λεπτομέρειες εδώ: http://www.cypruswinepages.com/cgibin/hweb?-A=809&-V=articles ). Σε αυτή την περίπτωση, το δηλώνουμε ευγενικά και ζητάμε άλλη φιάλη από το ίδιο κρασί. Να σημειώσω ότι κανονικά οφείλει ο sommelier να έχει δοκιμάσει πρώτος και να έχει απορρίψει «αυτεπάγγελτα» μια ελλατωματική φιάλη, αλλά αυτό είναι κόστος για το μαγαζί και δεν γίνεται πάντα.
Άρα:
  1. Αν διαλέγεις κρασί, θεωρείται ότι διάλεξες μετά λόγου γνώσεως. Αν δεν σε ικανοποίησε, κρίμα, tough luck, αλλά δεν υπάρχει υποχρεώση αντικατάστασης από το εστιατόριο.
  2. Αν το κρασί που διάλεξες έρθει σε φιάλη, ενδεχομένως να αξίζει τον κόπο να το δοκιμάσεις. Μόνο από φιάλη. Δεν υπάρχει πιο κωμικό θέαμα από ένα τραπέζι όπου ο σερβιτόρος σερβίρει χύμα κρασί προς δοκιμή.
  3. Η δοκιμή στο εστιατόριο δεν έχει καμία σχέση με την οργανοληπτική δοκιμή που κάνουν οι ειδικοί στο κρασί. Βεβαιώνεσαι ότι η φιάλη είναι ΟΚ και τίποτα παραπάνω.
  4. Σκέψου μήπως δεν αξίζει καν να δοκιμάσεις. Αν το κρασί είναι ευρείας κυκλοφορίας και της πιο πρόσφατης χρονιάς (πχ πολλά ελληνικά λευκά) δεν θα έχει προλάβει να αναπτύξει προβλήματα.
  5. Αν το κρασί έρθει με πώμα Stelvin ή πλαστικό φελλό ο κίνδυνος είναι επίσης ελάχιστος (υπάρχει ακόμα περίπτωση για ανάπτυξη αναγωγικών αρωμάτων, αλλά τουλάχιστον με το «άρωμα φελλού» έχεις ξεμπλέξει σιγουρα), άρα μη νιώσεις αναγκασμένος να δοκιμάσεις.
  6. Τελευταίο και κρίσιμο: εμπιστεύσου τον sommelier. Ξέρει την κάβα του, ξέρει και την κουζίνα του. Το μόνο που χρειάζεται από σένα είναι μια πρόχειρη περιγραφή του τι κρασί αρέσει στην παρέα σας και (διακριτκά) πόσο περίπου θέλετε να ξοδέψετε. Πιθανότατα να σου προτείνει κάτι που δεν γνωρίζεις και θα σε ενθουσιάσει.

Εις υγείαν!

Προς τιμήν λίγων φιαλών en primeur

Πιθανό να το ξέρετε ήδη, αλλά υπάρχει ένας τρόπος αγοράς του κρασιού που ονομάζεται En Primeur. Πρόκειται ουσιαστικά για οινικά futures, όπου ο καταναλωτής προμηθεύεται το κρασί κάποιου τρύγου ενώ αυτό είναι ακόμα στο βαρέλι, επενδύοντας σε αυτό πριν την εμφιάλωσή του και εξασφαλίζοντας cash flow γα έμπορο και  παραγωγό. Η πληρωμή της προκαταβολής γίνεται νωρίς, ένα χρόνο έως 18 μήνες πριν την επίσημη κυκλοφορία του κρασιού. Το σκεπτικό πίσω από την αγορά είναι ότι τα κρασιά (ενδέχεται να) είναι σημαντικά φτηνότερα κατά την περίοδο του en primeur σε σχέση με τις τιμές τους στο ράφι, αν και αυτό δεν είναι εγγυημένο. Σε κάποιες περιπτώσεις η επένδυση μπορεί ακόμα και να αποδειχτεί επικερδής, αν το κρασί πουληθεί στη δευτερογενή αγορά αντί να καταναλωθεί. Η πρακτική αυτή έχει διαδοθεί πολύ κι έχει (δυστυχώς) στείλει τις τιμές ορισμένων σπουδαίων κρασιών στα ύψη κάνοντάς τα απαγορευτικά για εμάς τους απλούς οινόφιλους.

Τα κρασιά που πουλούνται έτσι συνήθως είναι ιδιαίτερα φημισμένα: έχουν ειδική σημασία οι en primeur αγορές για τα κρασιά του Bordeaux, της Βουργουνδίας, ορισμένα του Ροδανού και αρκετά Port, αλλά και διάφορα άλλα «ιδιαίτερα»κρασιά (Super-Tuscans, κλπ). Ο καταναλωτής δεν έχει δοκιμάσει τα κρασιά, αλλά δεν προχωρά και στα τυφλά: οι ειδικοί του χώρου δοκιμάζουν τα κρασιά πριν την εμφιάλωσή τους και γράφουν την γνώμη τους για αυτά, προβλέποντας – όσο μπορούν – την εξέλιξή τους. Η αγορά en primeur είναι σκόπιμη για σπάνια κρασιά, από παραγωγούς με αξιόπιστα σταθερή υψηλή ποιότητα και για τρύγους που έχουν αναγνωριστεί από τους ειδικούς ως πραγματικά ξεχωριστοί. Αν ένα από αυτά τα κριτήρια ή (ακόμα καλύτερα) κάποιος συνδυασμός τους ισχύει, τότε η κίνηση αξίζει. Θεωρητικά μάλιστα, σε μια ανεπτυγμένη αγορά, όπως της Βρετανίας, θα μπορούσε κάποιος να αγοράσει τρία κιβώτια από ένα σπουδαίο κρασί en primeur και μετά από καιρό να πουλήσει τα δύο, χρηματοδοτώντας έτσι την κατανάλωση του ενός.

Προσωπικά, έχω αγοράσει μία φορά μέχρι τώρα στη ζωή μου en primeur, για λόγους απλούς: δεν με παίρνει οικονομικά για συχνότερα. Προμηθεύτηκα έτσι λίγες φιάλες ερυθρής Βουργουνδίας από τον εξαιρετικό τρύγο του 2005. Τα σέξι μπουκαλάκια μου είναι από την Cote d’ Or και περιλαμβάνουν ορισμένα κρασιά επιπέδου Village, μερικά Premier Cru και ένα Grand Cru (Clos Vougeot). Αν σχεδίαζα την αγορά σήμερα, θα είχα πάρει ακόμα περισσότερα Cru (κυρίως Premier, που δεν τα λυπάσαι να τα σφάξεις), τα οποία σε τέτοιες περιπτώσεις είναι value for money σε σχέση με την τιμή που πετυχαίνουν μετά στην αγορά.

Η πραγματική απόλαυση τέτοιων κρασιών φυσικά είναι να τα μοιράζεσαι με φίλους που, ακόμα κι αν δεν είναι τόσο…λαλημένοι όσο εσύ, εκτιμούν το κρασί. Και σημαντικό τμήμα της απόλαυσης είναι όταν οι έρμοι οι καλεσμένοι βρίσκονται ανυπεράσπιστοι μπροστά στο μπλα-μπλα-μπλα του οινόφιλου γύρω από την συγκεκριμένη φιάλη, τις συνθήκες αγοράς της, τις λεπτομέρειες του terroir της κλπ κλπ κλπ.

Ένα τέτοιο τραπέζι κάναμε το Σάββατο που μας πέρασε. Και ήταν η ώρα να σφάξουμε δυο φιάλες Vosne-Romanee 2005 του L.Jadot, που είχαν αγοραστεί (ναι, το μαντέψατε!) en primeur.

Το μενού είχε ως εξής:
1.    Πατατόσουπα με καρότο, κονφί σκόρδου και θυμάρι
2.    Μικρό πλατώ με πατέ φασιανού και πατέ αγριογούρουνου (παραγγελιά κι υπόσχεση στους καλεσμένους μας)
3.    Ανάμεικτη σαλάτα με κουκουνάρι και βινεγκρέτ με εστραγκόν
4.    Φραγκόκοτα με κάστανα και αποξηραμένα φρούτα, σερβιρισμένη με ρύζι με σαφράν.
5.    Τυριά (φυσικά) και γλυκό (μους λεμόνι)

Μέχρι και την σαλάτα ήπιαμε ένα Sauvignon Fume, και συγκεκριμένα το 2006 του Καρiπίδη (ταίριαξε εξαιρετικά με τα πατέ), ενώ η φραγκόκοτα και το ώριμο cheddar του φινάλε έπαιξαν με χαρά δίπλα στις Vosne-Romanee, σερβιρισμένες (όπως άρμοζε) στα ανάλογα Riedel.

dsc01565

Ήταν από κάθε άποψη ένα από τα πιο πετυχημένα μας γεύματα και από τα πιο απολαυστικά Σαββατόβραδα – έστω κι αν χρειάστηκε να «μοιραστούμε» την γιορτή του Αγ.Βαλεντίνου. Το Fume του Καριπίδη είχε ευχάριστο χρώμα και μύτη μέτριας έντασης, αλλά στο στόμα είχε ωραίο όγκο, πετυχημένη οξύτητα και ισορροπία. Δεν περίμενα πόσο απόλυτα ταιριαστό θα ήταν με τα πατέ (μην σας φανεί περίεργο, αλλά δεν τρώμε πατέ και κάθε σαββατοκύριακο εδώ που τα λέμε, χε χε χε χε…).

Όσο για το κρασιά από το Vosne-Romanee, είναι όπως έπρεπε. Τα κρασιά της Vosne δεν μπορούν να είναι μέτρια ή έστω απλώς καλά. Έχουν ένα μεγαλείο πάνω τους, αισθητό στην υφή και την δομή τους. Κυριαρχούνται φυσικά από το θρυλικό Domaine de Romanee-Conti, αλλά η φήμη του village είναι δικαιολογημένη. Τα κρασιά είναι αριστοκρατικά, γενναιόδωρα, απολαυστικά και ικανά για μακρά παλαίωση. Δεν έχουν την φινέτσα του Chambolle ή την ρώμη του Chambertin, όμως αποτελούν πρότυπο πλούτου και αρώματος. Και οι συγκεκριμένες φιάλες που είχαμε την χαρά να πιούμε πριν λίγες μέρες, εκπληρώναν τις προσδοκίες: βαθύ (αλλά όχι  αδιαφανές) χρώμα, μεταξένια υφή, ένα εύρος από αρώματα (σκούρα φρούτα του δάσους, μούρα, μπαχάρια), ευγενικές ταννίνες, διακριτικότατη χρήση ξύλου και απολαυστική επίγευση. Σούπερ!

Αυτό που βρίσκω πάντα μαγευτικό σε τέτοιες βραδιές είναι ότι μετά από λίγο η απόλαυση σε πιάτα και ποτήρια γίνεται απλώς η αφορμή. Πάντοτε οι συζητήσεις είναι που έχουν το ενδιαφέρον, πάντοτε οι πλάκες και τα πειράγματα καταλύουν απολαυστικά κάθε έννοια τάξης γύρω από το τραπέζι. Τα χαμόγελα χορεύουν στα πρόσωπα και η ευδαιμονία κάθεται μαζί μας. Η μοιρασιά τέτοιων στιγμών είναι που τις κάνει υπέροχες.

Συμβουλή λοιπόν: βρείτε τι κρασί απολαμβάνετε πραγματικά και αγοράστε τα καλύτερα δείγματά του. Αγοράστε en primeur, αγοράστε σε magnum (θα το καλύψουμε κι αυτό άλλη φορά), αγοράστε τα κατάλληλα Riedel για αυτό. Και μετά βρείτε με ποιους θα το μοιραστείτε – μόνο έτσι πολλαπλασιάζεται η απόλαυση!

ΥΓ: Για περισσότερες πληροφορίες για το en primeur, ρίξτε μια ματιά και στο άρθρο του decanter εδώ.

Πουλάει τελικά το βιολογικό κρασί;

«There’s no advantage to marketing wine as organic. We’re doing it because it leads to higher quality.” John Williams, Frog’s Leap, California.

Πρώτα απ ‘όλα θα πρέπει να κάνουμε μια σημαντική διευκρίνιση. Δεν μπορούμε να μιλάμε για βιολογικό κρασί, αλλά για κρασί φτιαγμένο από σταφύλια βιολογικής καλλιέργειας. Η ουσιαστική διαφορά με ένα άλλο κρασί είναι ο τρόπος καλλιέργειας του αμπελιού. Αν θέλαμε να μιλάμε για απολύτως βιολογικό κρασί θα έπρεπε όλα τα συστατικά του (ο θειώδης ανυδρίτης για παράδειγμα) να είναι βιολογικής προέλευσης, πράγμα αδύνατο αλλά και ανούσιο. Εναλλακτικά, θα έπρεπε να ορίζεται νομικά ο όρος με συγκεκριμένες παραμέτρους για κάθε στάδιο της οινοποίησης, πράγμα που απλώς δεν συμβαίνει. Όχι ακόμα τουλάχιστον.

Μιλάμε λοιπόν για κρασί από βιολογική καλλιέργεια, με τα βιολογικής καλλιέργειας σταφύλια να είναι πιστοποιημένα από αντίστοιχο φορέα. Σύμφωνα με τη νομοθεσία για τη βιολογική αμπελοκαλλιέργεια: α) για τη λίπανση χρησιμοποιείται μόνον κοπριά ζώων και όχι χημικά λιπάσματα β) η προστασία του αμπελιού από τους εχθρούς του γίνεται μόνο με βιολογικά μέσα και γ) ο χαλκός και το θειάφι χρησιμοποιούνται για την προστασία του αμπελιού από τον περονόσπορο και το ωίδιο, τις δύο πιο συνηθισμένες αρρώστιες που προσβάλλουν το αμπέλι.

Πολλοί παραγωγοί ακολουθούν συνολικά ή εν μέρει τις επιταγές της βιολογικής γεωργίας, ακόμα και αν δεν παίρνουν την σχετική πιστοποίηση. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για αυτό, από τους πιο επιφανειακούς (το βιολογικό είναι η μόδα της εποχής, κακά τα ψέματα) μέχρι και τους πιο ουσιαστικούς (μακροπρόθεσμη υγεία του αμπελώνα αλλά και των ανθρώπων που εργάζονται σε αυτόν). Άλλοι πιστεύουν ότι το υγιές έδαφος θα δώσει και υγιή σταφύλια, οπότε ακολουθούν τις αρχές χρησιμοποιώντας την βιολογική γεωργία σαν εργαλείο για την βελτίωση του τελικού προϊόντος. Οι γραφειοκρατικές δυσκολίες, αλλά περισσότερο η έλλειψη ουσιαστικού εμπορικού πλεονεκτήματος αφήνουν αυτούς τους ανθρώπους χωρίς την τελική πιστοποίηση.

Το ερώτημα για μένα είναι πού οφείλεται αυτή η έλλειψη εμπορικού αποτελέσματος, γιατί δηλαδή το βιολογικό κρασί δεν είναι marketing tool. Τα άρθρα και οι αναφορές στον τύπο (βλ. και τελευταίο τεύχος του Οινοχόου της Καθημερινής) ασχολούνται με το τεχνικό/θεσμικό κομμάτι της υπόθεσης και όχι με το εμπορικό. Γεγονός είναι ότι λίγες μελέτες έχουν γίνει για την ανταπόκριση του κοινού στα κρασιά από βιολογική καλλιέργεια, οπότε πρέπει κανείς να ψάξει στα τυφλά και να στηριχτεί πολύ στην προσωπική εμπειρία.

Στο σπίτι, ειδικά από τότε που γεννήθηκε το παιδί, αγοράζουμε αρκετά προϊόντα βιολογικής καλλιέργειας. Οι πατάτες, τα περισσότερα φρούτα, οι ντομάτες, τα εσπεριδοειδή, τα ζυμαρικά, το κρέας (συνήθως) είναι όλα τους βιολογικά. Είναι αρκετά ακριβότερα αλλά περιμένουμε ότι θα γλυτώσουμε το κόστος σε…γιατρούς μετά από χρόνια. Επίσης, είναι πολύ πιο νόστιμα και μυρίζουν όπως θα έπρεπε. Κόβεις το λεμόνι ή το καρπούζι κι ευωδιάζει η κουζίνα ολόκληρη. Θα έλεγα δηλαδή ότι αντιπροσωπεύω ένα νοικοκυριό ευαίσθητο σε θέματα πρώτων υλών διατροφής και συνειδητοποιημένο στην κατανάλωση, στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό. Παρόλα αυτά δεν αγοράζουμε βιολογικό κρασί ή μάλλον (για την ακρίβεια) δεν επιλέγουμε μεταξύ δύο παρόμοιων κρασιών αυτό που είναι βιολογικό. Και δεν είμαστε οι μόνοι.

Υπάρχουν αρκετοί λόγοι που ο καταναλωτής κρασιού δεν θα απλώσει το χέρι του προς το κρασί βιολογικής καλλιέργειας:

  • Υπάρχει σίγουρα έλλειψη ενημέρωσης, εδώ πρέπει να ξεκινάς ορίζοντας τι είναι και τι δεν είναι «βιολογικό»κρασί.
  • Υπάρχει έλλειψη πρόσβασης: συνήθως (όχι πάντα) η βιολογικά πιστοποιημένη καλλιέργεια είναι μικρής κλίμακας και συνεπάγεται περιορισμένο κανάλι διανομής, πολλές φορές περιορισμένο στην τοπική αγορά.
  • Το κόστος αντιμετωπίζεται ως υπερβολικό, άλλωστε, το κρασί είναι ήδη ένα προϊόν που κανείς δεν χαρακτηρίζει φτηνό.
  • Η συχνότητα της κατανάλωσης δεν είναι μεγάλη. Δεν είναι πολλοί αυτοί που καταναλώνουν κρασί τόσο συχνά ώστε να έχει σημασία η διαφορά. Σαλάτα όμως τρώμε (ή θα έπρεπε να τρώμε) κάθε μέρα.
  • Το κρασί αντιμετωπίζεται ως ένα ήδη αγνό, θετικό για την υγεία προϊόν, με περιορισμένα πρόσθετα. Ενώ στο κρέας αγωνιούμε για τις τοξίνες και στα λαχανικά για τα φυτοφάρμακα, το κρασί έχει ήδη την εικόνα του προϊόντος που ενισχύει την υγεία (French paradox και όλα τα συναφή) οπότε δεν βλέπουμε τον λόγο.

Το βασικότερο όλων; Γεύση και άρωμα. Οι άνθρωποι που αγαπάνε το κρασί συνήθως δίνουν έμφαση στα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του – κι όχι μόνο του κρασιού, αλλά του συνόλου των διατροφικών ειδών που προτιμάνε. Αν το βιολογικό φασολάκι έχει την ίδια (ή χειρότερη) γεύση από το συμβατικό, γίνεται καταναγκαστική η προτίμηση σε αυτό και μετά από λίγο καιρό θα γυρίσεις απλά στο πιο νόστιμο. Ευτυχώς, σχεδόν όλα τα βιολογικά προϊόντα είναι πιο νόστιμα από τα συμβατικά. Αυτό το περιμένω και στο κρασί για να το προτιμήσω: καλύτερη μύτη, πιο ελκυστικό στόμα. Θέλω να είναι ποιοτικά ένα ανώτερο προϊόν, σταθερά και αξιόπιστα, και τότε φυσικά θα προτιμήσω την κατανάλωσή του. Αν όμως το συμβατικό είναι καλύτερο κρασί, ε, θα προτιμήσω το συμβατικό. Πίνω για την ευχαρίστησή μου κι όχι για να χορτάσω, οπότε αφού δεν έχω υποχρέωση να καταναλώσω το κρασί θα το κάνω μόνο αν είναι ευχάριστο.

Με άλλα λόγια, ο καταναλωτής που διαλέγει το βιολογικό προϊόν περιμένει, εκτός από τα μακροπρόθεσμα οφέλη στην υγεία του, χαρακτηριστικά γεύσης και αρώματος καλύτερα από τα αντίστοιχα των προϊόντων συμβατικών καλλιεργειών. Και αν αυτό δεν το πετύχουν οι παραγωγοί, τότε δεν πρόκειται να πουλήσει η φιάλη τους περισσότερο από μια αντίστοιχη συγκρίσιμη φιάλη συμβατικής καλλιέργειας.

Σεμινάριο Οινογνωσίας

Υποθετικό σενάριο, αλλά όλοι λίγο – πολύ έτσι ξεκινάμε: Άντε και δοκίμασες πέντε – έξι κρασιά. Και άντε και τα απόλαυσες. Και άντε και μπήκε το μικρόβιο του οινόφιλου μέσα σου – από πού ξεκινάς να επεκτείνεις τις γνώσεις που θα σε βοηθήσουν να απολαμβάνεις περισσότερα και καλύτερα κρασιά; Να αποκωδικοποιείς λίστες εστιατορίων και παρατεταγμένα στα ράφια της κάβας μπουκάλια. Αν όχι πλήρως, τουλάχιστον αρκετά για να….επιβιώσεις! Τι μπορεί να σε βοηθήσει σε αυτή την κατάσταση;

Οπωσδήποτε θα διαβάσεις άρθρα σε περιοδικά. Οπωσδήποτε θα κοιτάξεις και ένα – δυο site στο Internet, κάποια blog ας πούμε («γκουχ, γκουχ, έβηξε με νόημα»). Καλά θα έκανες να προμηθευτείς και δυο – τρία βιβλία (Σημείωση εις εαυτόν: κάποια στιγμή να ανεβάσω ένα ποστ με προτεινόμενα βιβλία για να ξεκινήσει κανείς). Η καλύτερη λύση είναι η καθοδήγηση από κάποιον πιο έμπειρο, που λατρεύει το κρασί και τον κόσμο του και που μπορεί να σε βοηθήσει να «αρπάξεις» συγκεκριμένα αρώματα και γεύσεις από ένα ποτήρι που μέχρι πριν λίγο καιρό μπορούσες μόνο να χαρακτηρίσεις καλό ή κακό. Με άλλα λόγια, να κάνεις στον εαυτό σου δώρο ένα σεμινάριο οινογνωσίας.

Τον Θόδωρο Λέλεκα δεν τον έχω συναντήσει ποτέ ακόμη. Διαβάζω τα κείμενά του με μεγάλη ευχαρίστηση, τόσο στον Οινοχόο της Καθημερινής, όσο και στο blog που διατηρεί, ενώ έχουμε ανταλλάξει και μερικά e-mail συζητώντας για συγκεκριμένα θέματα – απορίες που είχα. Στον βαθμό που τον ξέρω είναι άνθρωπος με άποψη για το αντικείμενό του, αλλά διακριτικός και ήπιος σε έντονες κρίσεις . Έχει χιούμορ, έχει γνώσεις και (πολύ σημαντικό) έχει μεγάλη όρεξη να συνεχίζει να μαθαίνει κι ο ίδιος όλο και περισσότερα. Με άλλα λόγια, δεν δείχνει να είναι σε καμία περίπτωση ο τύπος του αστραφτερού παντογνώστη που ορθώνει αποστάσεις, αλλά μάλλον του δάσκαλου που κάθεται από την ίδια πλευρά με τον μαθητή. Κι αυτό μου ακούγεται ιδανικό.

Την Δευτέρα που μας έρχεται (20 Οκτωβρίου) ο Θόδωρος ξεκινά ένα νέο κύκλο σεμιναρίων γύρω από την οινογνωσία, σε πολύ όμορφο χώρο, στην υπόγεια αίθουσα του κελλαριού του Bizart, για 8 δίωρες (περίπου) συναντήσεις και σε πολύ λογικό κατά την γνώμη μου κόστος: € 250. Μόνο τα μπουκάλια που θα ανοιχτούν σε κάθε συνάντηση να βάλετε, έχετε ήδη βγάλει και κέρδος! 🙂

Το μόνο αρνητικό που βρήκα στην πρόσκληση είναι ότι εγώ δεν μπορώ τις Δευτέρες του φετεινού χειμώνα, αλλιώς θα είχατε σίγουρα και blogger guest – star στο κοινό,  χε χε χε. Σε κάθε περίπτωση, για κάποιον που νιώθει έτοιμος να λάβει λίγη δομημένη ενημέρωση και καθοδήγηση για τον υπέροχο κόσμο του κρασιού, σας προτείνω να το σκεφτείτε πολύ σοβαρά. Και να πίνετε όλα τα ποτήρια που θα σας δίνουν εκεί στην υγεία μας!

Λεπτομέρειες εδώ, ενώ σχετική ανάρτηση υπάρχει και εδώ.

Get connected!

Με αφορμή τα σχόλια του προηγούμενου ποστ, σκεφτόμουνα την εφοδιαστική αλυσίδα (γουάου!) μέσω της οποίας φτάνει το κρασί στο ποτήρι μας. Δεν θα πέσετε από τα σύννεφα αν ισχυριστώ ότι δεν αρκεί να θέλεις να πιεις ένα κρασί, πρέπει να καταφέρεις να το φέρεις μέχρι το ποτήρι σου.

Υπάρχουν κρασιά που κυκλοφορούν ευρέως, και μάλιστα είναι αξιοπρόσεκτα καλοφτιαγμένα, σε σχέση με αυτά που έβρισκες στο εμπόριο μέχρι πριν 12-15 χρόνια. Αν όμως θες να ξεφύγεις από την ζώνη των «μέχρι 6 ευρώ» ή από την Ελλάδα (χωρίς να σημαίνει αυτό , πρέπει να οργανωθείς κάπως. Άλλωστε, η πληθώρα προελεύσεων, ποικιλιών και τύπων κρασιών είναι ένας ακόμα λόγος να ενθουσιάζεσαι με τον κόσμο του οίνου. Πώς όμως θα τα βρεις στο κελάρι, το τραπέζι και το ποτήρι σου; Συνέχεια

Ο Βουδισμός στην πράξη: essential κάβα

Εναλλακτικός τίτλος: τα 40 κρασιά που ο άνδρας πρέπει να δοκιμάσει πριν γίνει 40 (thanx Αντώνη!)

Πιστεύω ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε πως ο Βουδισμός εδώ και δεκαετίες ασκεί μια έντονη γοητεία σε μας τους δυτικούς, η οποία όμως παραμένει σχεδόν πάντα στο επίπεδο της τουριστικής ενασχόλησης. Γνωρίζουμε ελάχιστα για αυτόν, μπουρδουκλώνουμε ινδουιστικές διδαχές, πρακτικές φενγκ-σούι και μπόλικη λάουντζ μουσική μαζί και τελικά φτιάχνουμε έναν αχταρμά αυτοσχεδιαστικού ζεν που απέχει από τον Βουδισμό όσο και οι Βρυξέλλες από το Βαρανάσι. Παρόλα αυτά, πετυχαίνουμε ένα στοιχείο του που είναι αληθινό: την ηρεμία.

Εν συντομία και με τον προφανή κίνδυνο υπερ-απλούστευσης, η πολυθρύλητη βουδιστική ηρεμία αφορά την επίγνωση της ανυπαρξίας του φυσικού κόσμου και την συνακόλουθη βεβαιότητα πως ό,τι κι αν συμβεί δεν έχει σημασία. Σε μια πιο light εκδοχή, λιγότερο φιλοσοφική αλλά και πιο εφαρμόσιμη, η βουδιστική ηρεμία επιτυγχάνεται αν ξέρεις πως τίποτα δεν έχει σημασία. Ό,τι κι αν συμβεί στην τελική δεν σε αφορά. Ή άντε και σε αφορά, είσαι απόλυτα έτοιμος να το αντιμετωπίσεις, στα πλαίσια του αναμενόμενου και της λογικής. Για να το εκχυδαΐσω εντελώς το παράδειγμα, φανταστείτε ένα πελώριο ποσό που κάθεται στην τράπεζα χωρίς να το χρειάζεστε για κάτι. Ξέρετε ότι είναι εκεί είτε σας χρειαστεί για επισκευές στο σπίτι, είτε για επιδιορθώσεις σε τρακαρισμένο αυτοκίνητο, ή ακόμα και για την σπατάλη ενός καπουτσίνο στο Κολωνάκι. Ε, αυτό δίνει μια μικρή γεύση βουδιστικής ηρεμίας.

Κατ’ αναλογία, θα πρέπει η βασική κάβα που έχει κάποιος στο σπίτι να μπορεί να ανταποκριθεί περίπου σε οποιαδήποτε απρογραμμάτιστη πρόκληση προκύψει. Να είστε σίγουροι ότι αν ο Βούδας ήθελε μια μικρή κάβα, θα έστηνε μία σαν αυτή που θα περιγράψουμε σήμερα. Συνέχεια