Το κρασί που χάνεται

Αναδημοσίευση άρθρου της Τάνιας Γεωργιοπουλου από την Καθημερινή:

Bραδάκι καλοκαιριού στο Σούνιο. Το φεγγάρι μια φέτα καρπουζιού στον ουρανό, φωτίζει απέναντι τον ναό του Ποσειδώνα. Ταβέρνα δίπλα στη θάλασσα, με το κύμα να σκάει ελαφρά ξεπλένοντας τα βότσαλα. Ψαράκι και κουβεντούλα. Στο διπλανό τραπέζι, μια παρέα Γάλλων απολαμβάνει το ειδυλλιακό τοπίο. Σε λίγο φτάνουν στο τραπέζι τους τα «πρώτα» μαζί με μια καράφα…

Τα ποτήρια τους γεμίζουν με το υποκίτρινο, λίγο θολό, υγρό. Χύμα κρασί. «Γιατί;», αναρωτιέμαι. Ανοίγω τον κατάλογο και οι απορίες λύνονται μονομιάς. Ή χύμα ή ένα εμφιαλωμένο πολύ χαμηλής ποιότητας. Αυτά προσφέρει το μαγαζί, με αυτά πρέπει να βολευτείς. (…)

Ερχονται, λοιπόν, από τη διάσημη οινοπαραγωγό Γαλλία στην Ελλάδα για διακοπές, όπου τους προσφέρουν ένα αγνώστου προελεύσεως, συστάσεως και κυρίως απαίσιο γευστικώς «αλκοολούχο ποτό», το οποίο μόνο κατ’ ευφημισμόν θα μπορούσε να ονομαστεί «κρασί». Τους παρατηρώ να ακουμπούν το ποτήρι στα χείλη, να μυρίζουν το περιεχόμενό του και να το εγκαταλείπουν με ένα μορφασμό αποδοκιμασίας. Παραγγέλνουν μπίρες.

Φαντάζομαι πως θεωρούν ότι δεν έχουν άλλη επιλογή. Πού να ξέρουν ότι θα μπορούσαν να συνοδεύσουν το ψάρι τους με ένα υπέροχο Ασύρτικο βαρέλι από τη Σαντορίνη. Οτι το κοτόπουλό τους θα μπορούσε θαυμάσια να ταιριάξει με ένα νεαρό Αγιωργίτικο. Οσο για ένα παλαιωμένο Ξινόμαυρο, αν το δοκίμαζαν, μάλλον θα νόμιζαν ότι προέρχεται από άλλη χώρα. Και αν τελείωναν το δείπνο τους με ένα vinsanto ή λίγο νέκταρ σαμιώτικο; Είμαι σίγουρη ότι θα ρωτούσαν περισσότερες λεπτομέρειες, ίσως να αναζητούσαν σε μια κάβα αυτό που είχαν γευθεί. Κάποιοι ίσως να αποτολμούσαν να παραχώσουν στη βαλίτσα τους εμφιαλωμένα κρασιά από την Ελλάδα. Οταν στην πατρίδα τους πλέον, ένα χειμωνιάτικο βράδυ με φίλους θα άνοιγαν ένα ελληνικό κρασί, θα είχε γίνει ένα πρώτο βήμα για την προώθηση των κρασιών μας στο εξωτερικό. (…) Η δημιουργία γευστικών αναμνήσεων είναι ο πιο εύκολος, φθηνός και κυρίως αποτελεσματικός τρόπος διαφήμισης για προϊόντα διατροφής. Μήπως αντί να χρηματοδοτούμε ημετέρους να στήνουν περίπτερα και πανό, να επιδοτήσουμε την προσφορά εμφιαλωμένων οίνων στις τουριστικές περιοχές;

Το πλήρες κείμενο εδώ.

Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω απόλυτα. Ειδικά στα εστιατόρια, στις ταβέρνες και γενικότερα στα μέρη εστίασης είναι απελπισία ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται το κρασί και ειδικά ο τρόπος με τον οποίο στιγματίζεται το ελληνικό κρασί σαν τρίτης ποιότητας προϊόν. Μετά αναρωτιόμαστε γιατί δεν πουλάμε στο εξωτερικό…

Κάθετες Ράμνιστες (και σούπες οριζόντιες)

Μέσα στις γιορτές, οργάνωσα λίγο την πτωχή πλην τίμια κάβα μου και διαπίστωσα ότι, χωρίς να το έχω σχεδιάσει, είχα βρεθεί κάτοχος τριών διαφορετικών τρύγων του ίδιου κρασιού. Συγκεκριμένα, της Ράμνιστας, της Νάουσας του κυρ-Γιάννη και των τρύγων του 2005, 2003 και 2000. Επιπλέον, σε μια επίσκεψη στον Ανθίδη, πέτυχα κι άλλες δύο χρονιές (2004 και 1999), οπότε το project είχε ήδη σχηματιστεί στο μυαλό μου: αυτό άξιζε να γίνει αφορμή για μία βραδιά κάθετης γευσιγνωσίας, με λίγους φίλους που έχουν κι αυτοί το μεράκι του κρασιού. Έτσι κι αλλιώς, η πραγματική απόλαυση στο κρασί είναι να το μοιράζεσαι με ανθρώπους που «πάσχουν» από το ίδιο μεράκι. Οι υποψήφιοι ήταν ήδη σεσημασμένοι, και τους βρίσκετε και στην μπλογκόσφαιρα (συγκεκριμένα εδώ κι εδώ).

Κάθετη ονομάζεται μία δοκιμή όταν περιλαμβάνει πολλές διαφορετικές χρονιές από το ίδιο κρασί. Οι δοκιμαστές μπορούν να εκτιμήσουν την εξέλιξη του κρασιού και τις διαφορές από τρύγο σε τρύγο. Αντίστοιχα, η οριζόντια δοκιμή περιλαμβάνει κρασιά της ίδιας εσοδείας και με κάποιο κοινό χαρακτηριστικό – π.χ. από την ίδια περιοχή ή από την ίδια ποικιλία.

Ήθελα φυσικά να παίξουμε με τους τρύγους κι όχι απλά να τους δοκιμάσουμε. Έτσι, καταλήξαμε σε ένα μενού με πολλά, διαφορετικά «κύρια» πιάτα – μπουκίτσες αν χρειαζόταν – προκειμένου να υποστηρίξουμε τις διαφορετικές Νάουσες. Ξεκινά η λίστα: παϊδάκια αρνίσια (αρκετά εκ των οποίων μισο-ψημένα), μπριζολάκια χοιρινά μαριναρισμένα (με τη μυστική μαρινάδα του σεφ), πατάτες φούρνου, πρασο-κιμαδόπιτα, ναουσσιώτικα πιτάκια με πιπεριές Φλωρίνης και τυρί (courtesy of Food Junkie) και μια ανάμεικτη πράσινη σαλάτα με μανιτάρια και ροζ πιπέρι (ουφ, τέλειωσε, εντάξει!). Όλα αυτά βγήκαν μαζί, ώστε ο καθένας να μπορεί να δοκιμάσει από το πιάτο του διαφορετικές μπουκιές με διαφορετικούς τρύγους.

salataweb

Σαλάτα με μανιτάρια και ροζ πιπέρι

kreasweb

Ποικιλία ψητών κρεάτων (ορισμένα με το αιματάκι τους, σχεδόν να βελάζουν…)

Δεν ήθελα όμως να μην φτάσουμε χορτάτοι στα κύρια. Για όσο περιμέναμε, δύο είδη αλμυρά ταρτάκια δίπλα στο αφρώδες (επίσης από Ξινόμαυρο) ήταν εντάξει, αλλά χρειαζόταν κάτι ιδιαίτερο για τον ρόλο των πρώτων, τέτοιο που να μην «διαταράξει» την ισορροπία και την ροή ενός γεύματος αλλά να μας αφήσει κι ανάλαφρους. Η λύση ήρθε περίπου ως επιφοίτηση: θα σερβίριζα τρεις διαφορετικές σούπες για το σύνολο των πρώτων. Δοκιμάστηκε, με μεγάλη επιτυχία, και το προτείνω ανεπιφύλακτα και για τα τραπέζια σας. Ναι λοιπόν, οι σούπες ήταν σούπερ (ήταν από τα πιο άθλια λογοπαίγνια που μπορούσα να γράψω, το παραδέχομαι).

Όσο για τα αποτελέσματα της βραδιάς; Στα μεν πρόσωπα ήταν κολακευτικά εορταστικά: αν κάτι αξίζει να μάθουμε ξανά από αυτή την διαβόητη κρίση (είτε σαν γεγονός, είτε σαν αφορμή), είναι το πόσο όμορφα νιώθεις να δέχεσαι διαλεχτούς φίλους στο σπίτι και να τους «κακομαθαίνεις» όσο μπορείς.

dsc01577

Οι νύφες της βραδιάς

Στα δε ποτήρια η ετυμηγορία ήταν περίπου κοινή: με την αλλαγή του κλίματος αρχίζει να χάνεται η τυπικότητα σε ορισμένες ΟΠΑΠ. Επίσης, είναι εντυπωσιακή η άνοδος στον αλκοολικό βαθμό: 1,5 βαθμός μέσα σε 6 χρόνια. Αυτό είναι στοιχείο προβληματισμού για την κλιματική αλλαγή και το πώς επηρεάζει την ωριμότητα των σταφυλιών. Οι πιο πρόσφατοι τρύγοι (2005 και 2004) σχεδόν δεν είχαν χαρακτήρα Νάουσας κι ενδεχομένως, ειδικά για το 2005, ήταν δύσκολο να αναγνωρίσεις το Ξινόμαυρο. Το βαρέλι κυριαρχούσε, αλλά ήταν και νωρίς για να μετριαστεί η επήρειά του. Αντίθετα, 2000 και 1999 ήταν πολύ πιο τυπικές χρονιές, ξεκάθαρα Νάουσες, με κεραμιδί αποχρώσεις στο σκούρο χρώμα τους και τα χαρακτηριστικά αρώματα ντομάτας (λιαστή για το 2000, κέτσαπ για το 1999). Όμορφες, ευγενικές τανίνες και ιδανική οξύτητα για δίπλα στο φαγητό (πιο τονισμένη στο 1999, που έτσι κι αλλιώς ήταν το πιο άρτιο κρασί της συλλογής). Έδειχναν να έχουν ακόμα ζωή κι εξέλιξη μπροστά τους, ειδικά το 1999. Τέλος, το 2003 ήταν μια πολύ ιδιαίτερη χρονιά. Με ένα από τα πιο ζεστά καλοκαίρια που θυμάμαι, το κρασί ήταν γοητευτικό κι ανέφελο, ευχάριστο στο στόμα και χαρωπό, αλλά ήδη έδειχνε να πλησιάζει τις αντοχές του – δεν έχει πολλά χρόνια ακόμα μπροστά του. Με μια ανέμελη γενναιοδωρία σκορπάει την απόλαυσή του γρήγορα. Θα τολμήσω μια παρομοίωση: αν οι άλλοι τρύγοι ήταν μια οικογένεια οικονομολόγων και τραπεζιτών, το 2003 είναι αυτός που πήγε και σπούδασε σκηνογράφος και τώρα έχει πάει εθελοντής στον Αμαζόνιο για να σώσει κάποιο σπάνιο είδος ακρίδας. 🙂

Παράλληλες ματιές (και…αντίστοιχη κάλυψη) για την βραδιά μπορείτε να βρείτε στα blog των συνδαιτυμόνων, εδώ (με πλήρη κάλυψη του ε-ντυ-πω-σια-κό-τα-του dessert) και εδώ (με πλήρη κάλυψη των εξαιρετικών τυριών).

Ακολουθούν οι τρεις σούπες και οι συνταγές τους. Όλες είναι υπολογισμένες για 6 μερίδες περίπου και απαιτούν σπιτικούς ζωμούς (για τους οποίους θα κάνω προσεχώς κάποια λεπτομερή ανάρτηση, επειδή έχουν ιδιαίτερη σημασία). Συνέχεια

Σεμινάριο Οινογνωσίας

Υποθετικό σενάριο, αλλά όλοι λίγο – πολύ έτσι ξεκινάμε: Άντε και δοκίμασες πέντε – έξι κρασιά. Και άντε και τα απόλαυσες. Και άντε και μπήκε το μικρόβιο του οινόφιλου μέσα σου – από πού ξεκινάς να επεκτείνεις τις γνώσεις που θα σε βοηθήσουν να απολαμβάνεις περισσότερα και καλύτερα κρασιά; Να αποκωδικοποιείς λίστες εστιατορίων και παρατεταγμένα στα ράφια της κάβας μπουκάλια. Αν όχι πλήρως, τουλάχιστον αρκετά για να….επιβιώσεις! Τι μπορεί να σε βοηθήσει σε αυτή την κατάσταση;

Οπωσδήποτε θα διαβάσεις άρθρα σε περιοδικά. Οπωσδήποτε θα κοιτάξεις και ένα – δυο site στο Internet, κάποια blog ας πούμε («γκουχ, γκουχ, έβηξε με νόημα»). Καλά θα έκανες να προμηθευτείς και δυο – τρία βιβλία (Σημείωση εις εαυτόν: κάποια στιγμή να ανεβάσω ένα ποστ με προτεινόμενα βιβλία για να ξεκινήσει κανείς). Η καλύτερη λύση είναι η καθοδήγηση από κάποιον πιο έμπειρο, που λατρεύει το κρασί και τον κόσμο του και που μπορεί να σε βοηθήσει να «αρπάξεις» συγκεκριμένα αρώματα και γεύσεις από ένα ποτήρι που μέχρι πριν λίγο καιρό μπορούσες μόνο να χαρακτηρίσεις καλό ή κακό. Με άλλα λόγια, να κάνεις στον εαυτό σου δώρο ένα σεμινάριο οινογνωσίας.

Τον Θόδωρο Λέλεκα δεν τον έχω συναντήσει ποτέ ακόμη. Διαβάζω τα κείμενά του με μεγάλη ευχαρίστηση, τόσο στον Οινοχόο της Καθημερινής, όσο και στο blog που διατηρεί, ενώ έχουμε ανταλλάξει και μερικά e-mail συζητώντας για συγκεκριμένα θέματα – απορίες που είχα. Στον βαθμό που τον ξέρω είναι άνθρωπος με άποψη για το αντικείμενό του, αλλά διακριτικός και ήπιος σε έντονες κρίσεις . Έχει χιούμορ, έχει γνώσεις και (πολύ σημαντικό) έχει μεγάλη όρεξη να συνεχίζει να μαθαίνει κι ο ίδιος όλο και περισσότερα. Με άλλα λόγια, δεν δείχνει να είναι σε καμία περίπτωση ο τύπος του αστραφτερού παντογνώστη που ορθώνει αποστάσεις, αλλά μάλλον του δάσκαλου που κάθεται από την ίδια πλευρά με τον μαθητή. Κι αυτό μου ακούγεται ιδανικό.

Την Δευτέρα που μας έρχεται (20 Οκτωβρίου) ο Θόδωρος ξεκινά ένα νέο κύκλο σεμιναρίων γύρω από την οινογνωσία, σε πολύ όμορφο χώρο, στην υπόγεια αίθουσα του κελλαριού του Bizart, για 8 δίωρες (περίπου) συναντήσεις και σε πολύ λογικό κατά την γνώμη μου κόστος: € 250. Μόνο τα μπουκάλια που θα ανοιχτούν σε κάθε συνάντηση να βάλετε, έχετε ήδη βγάλει και κέρδος! 🙂

Το μόνο αρνητικό που βρήκα στην πρόσκληση είναι ότι εγώ δεν μπορώ τις Δευτέρες του φετεινού χειμώνα, αλλιώς θα είχατε σίγουρα και blogger guest – star στο κοινό,  χε χε χε. Σε κάθε περίπτωση, για κάποιον που νιώθει έτοιμος να λάβει λίγη δομημένη ενημέρωση και καθοδήγηση για τον υπέροχο κόσμο του κρασιού, σας προτείνω να το σκεφτείτε πολύ σοβαρά. Και να πίνετε όλα τα ποτήρια που θα σας δίνουν εκεί στην υγεία μας!

Λεπτομέρειες εδώ, ενώ σχετική ανάρτηση υπάρχει και εδώ.

Διακόπτουμε για διαφημίσεις

Έτσι κι αλλιώς βέβαια, διαφήμιση ο συγκεκριμένος άνθρωπος δεν χρειάζεται. Είναι από τους πιο γνωστούς blogger και τον διαβάζω φανατικά, όχι μόνο για τα θέματά του (που σε πρώτη ανάγνωση περιστρέφονται γύρω από την κουζίνα, αλλά τελικά φεύγουν σε μεγάλες αποστάσεις από αυτήν μόνο και μόνο για να επιστρέψουν σε αυτήν!) αλλά και για τον εξαιρετικό τρόπο γραφής. Είναι ιδιαίτερα δυνατή πένα – ή μάλλον πληκτρολόγιο. Και επιπλέον, το πιο πρόσφατο κείμενό του (το οποίο το ζήλεψα, τόσο απολαυστικό το βρήκα!) είναι αφιερωμένο στον Διόνυσο, τον Άγιο Τρύφωνα και το κρασί.

Διαβάστε το εδώ.