Αφού σας λέω ότι δεν είμαι αλκοολικός!

Πριν λίγες μέρες δείπνησα σε ένα από τα ελάχιστα εστιατόρια της Αθήνας που σερβίρει παραδοσιακή κουζίνα γαλλικού μπιστρό – ίσως είναι το μοναδικό που πετυχαίνει τόσο τις αυθεντικές γεύσεις. Δεκαπέντε φιλέτα, δεκαπέντε εντρακότ, με τις ίδιες σάλτσες και μάλιστα πολύ καλοφτιαγμένες. Δεν τα πετυχαίνεις αυτά κάθε μέρα.

Καθίσαμε λοιπόν και η καλή μου έθεσε το θέμα επί τάπητος «Αποφάσισα ότι μου αρέσει το Merlot.» Έκανα ότι δεν άκουσα, αλλά εκείνη επέμεινε. Τι να κάνω κι εγώ, ο πτωχός πλην τίμιος εραστής του Pinot Noir, αποφάσισα να της κάνω το χατήρι και με τα μοσχαρίσια φιλέτα / εντρεκότ που θα έφταναν σύντομα μπροστά μας (ψημένα ακριβώς όπως τα ζητήσαμε!) να ακολουθήσω την συμβατική σοφία που λέει claret και συγκεκριμένα Merlot.

Πήραμε το Chateau Julia του Κ. Λαζαρίδη, έχοντας προηγούμενη (θετικότατη) εμπειρία από τα λευκά της σειράς. Το κρασί ήρθε και ήταν γενναιόδωρο, πλούσιο, τραγανό σχεδόν. Χαρωποί προχωρήσαμε με το γεύμα μας όταν συνειδητοποιήσαμε ότι με δυσκολία τελειώσαμε το πρώτο ποτήρι. Με το τέλος του γεύματος δεν είχαμε καν τελειώσει ένα μπουκάλι – και μιλάμε για ένα ζευγάρι ανθρώπων που συνήθως παλεύει την στάθμη και στο δεύτερο! Το χρώμα ήταν ένα αστραφτερό μαύρο, η μύτη ζεστή και ορεκτική, η επίγευση νόστιμη. Τι έφταιγε; Το βρήκα μετά από λίγο: το 14,5% αλκοόλ, να τι έφταιγε!

Το αλκοόλ είναι φυσικά αναπόσπαστο τμήμα του κρασιού, διαφορετικά θα πίναμε όλοι Ribena. Ωστόσο, δεν ξέρω τι είδους άνθρωποι αντέχουν να πιουν μισό μπουκάλι με τόση αλκοόλη μέσα του που πρέπει να χρησιμοποιείς μαχαιροπήρουνο αντί για ποτήρι! Σοβαρά τώρα, μπορεί στην πρώτη ή δεύτερη ή τρίτη γουλιά να ευχαριστιέσαι τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του κρασιού – άλλωστε, το άφθονο αλκοόλ δίνει πλούτο και στρογγυλάδα. Μετά από λίγο όμως, το στόμα κουράζεται. Ακόμα και με ένα κλασσικό κομμάτι κρέατος, η άφθονη πρωτείνη αποδεικνύεται λίγη.

Η τρέλα για υπερ-ώριμα σταφύλια έχει γεμίσει τον τόπο κρασιά με 14% και 14,5% αλκοόλ – και το όριο δεν είναι τυχαίο, καθώς από κει και πάνω αλλάζει ο συντελεστής ΦΠΑ! Η γνώμη μου; Είναι κρασιά blockbuster. Εντυπωσιάζουν με τα ειδικά εφέ τους και την πληθωρικότητά τους, αλλά τελικά κουράζουν. Δεν είναι όλα έτσι φυσικά, όμως σε τόσο υψηλό αλκόολ πρέπει και όλα τα άλλα χαρακτηριστικά (π.χ. οξύτητα) να είναι πολύ υψηλά για να ισορροπεί το τελικό αποτέλεσμα. Και αυτό είναι δύσκολο. Προτιμώ τα σεμνά 12% και 13% παρά τα αδάμαστα κτήνη που πλησιάζουν περισσότερο την περιοχή του Port παρά αυτήν του επιτραπέζιου οίνου.

Αντιγράφω από τον Alpha Wine Guide 2008: «Ένα πληθωρικό και πλήρες σύνολο που, παρά το αλκοόλ, διατηρεί την κομψότητά του» – η έμφαση δική μου. Διαφωνώ εν μέρει. Κι αυτό γιατί είναι διαφορετικό να δοκιμάζεις το κρασί σε μια διαδικασία γευσιγνωσίας και διαφορετικό να το καταναλώνεις. Μπορεί να απολαμβάνω το αλκόολ μου, αλλά – πιστέψτε με – δεν είμαι αλκοολικός. Και ναι μεν το συγκεκριμένο κρασί είχε ένα σωρό θετικά πάνω του, αλλά σε συνθήκες τραπεζιού κούραζε, και κούραζε αδικαιολόγητα.

Σχετικά θυμήθηκα κάτι που είχα διαβάσει: πριν από χρόνια είχαν ζητήσει από τον ιδιοκτήτη του Ch.Haut Brion να σχολιάσει την γνώμη των κριτικών που λέγανε ότι το Ch.Haut Brion 1982 δεν είναι τόσο καλό όσο το Ch.Latour 1982 κι αυτός απάντησε ότι τα κρασιά του τα φτιάχνει για να πίνονται μαζί με φαγητό και όχι μαζί με το Ch.Latour. Θα ήμουνα ευτυχής να το βλέπω αυτό: κρασιά που φτιάχνονται με σκοπό να καταναλωθούν από αληθινούς καταναλωτές, γύρω από ένα αληθινό τραπέζι και όχι μόνο για να εντυπωσιάσουν σε μια γευσιγνωσία λίγων γουλιών. Θα έδινε άλλη εντιμότητα στα ποτήρια μας.

«Αγνό, χωριάτικο κρασί, χωρίς φάρμακο»

Για να διαβάζετε αυτό το blog, μάλλον είστε άνθρωπος που ενδιαφέρεται για το κρασί. Λίγο έως πολύ, το μικρόβιο του οινόφιλου κυκλοφορεί στο αίμα σας. Σας διαβεβαιώ λοιπόν ότι, παρά τις επιμελείς σας προσπάθειες, αυτό έχει μαθευτεί σιγά – σιγά από φίλους και συγγενείς και αρχίζουν να σας θεωρούν κάτι σαν ειδήμονα στα θέματα κρασιού.

Είναι λοιπόν λογικό θα μοιραστείτε κάποια γεύματα και δείπνα με φίλους και συγγενείς μέσα στις γιορτές. Ίσως μάλιστα να πάτε στον τόπο καταγωγής σας. Εκεί, όλο και κάποιος θα βρεθεί που θεωρεί ότι ξέρει να φτιάχνει κρασί και θέλει να δοκιμάστε από το δικό του. Αν σας το περιγράψει ως αγνό, χωριάτικο κρασί «σαν αυτό που έφτιαχναν οι πατεράδες μας» και αν η έμφαση των κοπλιμέντων του είναι πως δεν έχει φάρμακο (και όχι πως έχει άρωμα ή χρώμα) είστε καθ’ οδόν για μια φρικτή εμπειρία. Θα σας παρουσιαστεί ένα οξειδωμένο υγρό, άνοστο και δυσάρεστο, βαρύ και απωθητικό. Και επιπλέον, οι καλοί τρόποι θα επιβάλουν να το παινέψετε, όσο μαζοχιστικό και αν είναι αυτό. Έτσι, θα βρεθείτε να τιμωρείστε για την καλή σας την καρδιά, αφού θα σας σερβίρουν ξανά και ξανά αυτή την σιχαμάρα, καταστρέφοντας το κεφάλι και το στομάχι σας. Το χειρότερο είναι πώς θα πάνε στράφι οι σίγουρα υπέροχες προσπάθειες των μαγείρων της οικογένειας να κάνουν το κάτι παραπάνω, μέρες που είναι, ενώ με δυο – τρία μπουκαλάκια που θα είχατε διαλέξει αυτοπροσώπως, τα αποτελέσματα θα ήταν εγγυημένα.

Αυτό που μόλις περιέγραψα είναι για μένα ο απόλυτος τρόμος των γιορτών. Δυστυχώς, οι παρελθούσες δεκαετίες εφιαλτικών έως και δηλητηριωδών εμφιαλωμένων κρασιών και η έλλειψη οινικών εμπειριών (που θα επέτρεπε τις συγκρίσεις) έχει οδηγήσει σε αναπαραγωγή λανθασμένων πρακτικών. Σπάνια έως ποτέ θα είναι της προκοπής το κρασί που γίνεται σε ένα υπόγειο, με μόνο εξοπλισμό μια δεξαμενή και δυο – τρεις σωλήνες, χωρίς κανένα έλεγχο θερμοκρασίας, χωρίς καμία επιλογή πρώτης ύλης,. Ακόμα και το «φάρμακο», ο ανυδρίτης του θειϊκού οξέος, που προστίθεται σε ελάχιστες ποσότητες, συντελεί στην σταθεροποίηση του κρασιού και στην αποφυγή της οξείδωσής του – ούτε αυτό είναι θετικό λοιπόν. Η παραγωγή τρισάθλιων ροφημάτων που ούτε για ξύδι δεν είναι καλά είναι (δυστυχώς) ο κανόνας. Και ειδικά στις γιορτινές μέρες είναι κρίμα, πολύ κρίμα τα ποτήρια να μην κουδουνίζουν χαρωπά, γεμάτα απολαύσεις, και αντίθετα να καταλαμβάνονται από πορτοκαλί υγρά που κανονικά έπρεπε να απαγορεύονται από την συνθήκη της Γενεύης.

Σε τέτοιες στιγμές νιώθω τον πόνο σας, όπως είχα πει χαρακτηριστικά σε ένα ζευγάρι φίλων την ημέρα του γάμου τους. Υπάρχει τρόπος να το αποφύγετε, αλλά ενέχει και κάποιους κινδύνους. Και ιδού πώς:

Φοράτε τα σμιχτά σας φρύδια, αυτά που δείχνουν προσήλωση και αυτοσυγκέντρωση. Βάζετε το αγνό κρασί σε ένα ποτήρι γευσιγνωσίας. Το κρατάτε λοξά, μπροστά από μια λευκή κόλλα χαρτί, εξεταστικά σαν να το ανακρίνετε. Μετά το μυρίζετε και εκφράζετε δυνατά διάφορα μουγκανητά και επιφωνήματα. Άλλωστε πάντα αποφεύγουμε τις συγκεκριμένες λέξεις όταν δοκιμάζουμε, ενώ τα ααααααααααα, οοοοοοοοοοοο, και χμμμμμμμμμμμμ μπορούν να σημαίνουν τα πάντα και τίποτα. Ύστερα το βάζετε στο στόμα. Εδώ είναι το κρίσιμο σημείο: αν το καταπιείτε, μπορεί να σας βάζουν να πίνετε από αυτό για μια ολόκληρη ζωή. Οπότε, γουρλώνετε τα μάτια και το φτύνετε ψεκάζοντας οποιονδήποτε βρίσκεται στο δωμάτιο και μόλις το ξεφορτωθείτε φωνάζετε δυνατά «Για όνομα! Αυτό είναι σίγουρα το πιο αηδιαστικό πράγμα που έχω βάλει στο στόμα μου, μετά από εκείνη τη νύχτα στη σκηνή του αρχηγού των προσκόπων!».

Ακολουθήστε τα παραπάνω βήματα και σίγουρα κανείς δεν θα τολμήσει να σας δώσει ξανά να δοκιμάσετε την οικιακή παραγωγή του. Από την άλλη, κινδυνεύετε σοβαρά να μην σας καλέσει ξανά κανένας από το σόι σας. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό βέβαια και θα έλεγα ότι σε ορισμένα σόγια ίσως είναι πολύ μικρό κόστος. 😉

Να είσαστε καλά, γεροί και υγιείς, να περνάτε υπέροχα, και το 2008 να είναι ευτυχισμένο για σας και τους δικούς σας! 🙂

Τι μπαίνει μέσα στο μπουκάλι

Στην αρχή της εφηβείας κάθε άνθρωπος ανακαλύπτει (με μεγάλη έκπληξη συνήθως) τρία βασικά πράγματα:

  1. Το αντίθετο φύλο έχει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ανατομία (εναλλακτικά, το ίδιο φύλο έχει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ανατομία, αλλά φυσικά θα περάσει καιρός για την σχετική παραδοχή)
  2. Οι γονείς του και οι φίλοι των γονιών του και οι συγγενείς των γονιών του είναι αδιαμφησβήτητα οι χειρότεροι καταπιεστές και οι μεγαλύτεροι μαλάκες που έχουν πατήσει ποτέ το πόδι τους στον πλανήτη.
  3. Υπάρχει ένα πράγμα που λέγεται «τέχνη» και ένα παρακλάδι του που λέγεται «μουσική» το οποίο μπορείς να χρησιμοποιήσεις για να πιάσεις κουβέντα με το αντίθετο φύλο. Μάλιστα η μουσική ανακαλύφθηκε μόλις πριν ένα Σαββατοκύριακο.

Κανονικά αυτό, έτσι; Όλοι νομίζουμε ότι η μουσική ξεκίνησε να υπάρχει μόλις την ανακαλύψαμε και ό,τι κι αν έχει γίνει πριν κλείσω εγώ τα 13 δεν μετράει. Όλα τα παιδιά στην τάξη ακούμε ακριβώς τα ίδια πράγματα (άντε, να έχουμε χωριστεί σε δυο-τρία «στρατόπεδα») και θα περάσουν χρόνια για να τολμήσουμε να δοκιμάσουμε ακούσματα on our own, μέσα από επιρροές και φίλους. Συνέχεια