Η υποτιμημένη αρετή της ελαφρότητας

Ανάβει η συζήτηση των σινεφίλ γύρω από τις ταινίες, κουβεντιάζει η παρέα κι αρχίζουν οι συγκρίσεις. «Καλό το Βίκυ – Κριστίνα – Μπαρτσελόνα, αλλά δεν είναι σε καμιά περίπτωση Match point.» Και μετά, βουτάς στο παρελθόν και στις παλιότερες ταινίες του Γούντυ Άλλεν, συγκρίνοντας Κήτον και Φάροου, περιόδους, δεκαετίες, σενάρια, ύφος. Και κάποια στιγμή πέφτει η (αναπόφευκτη) ερώτηση: ποιες είναι οι καλύτερες ταινίες που έχεις δει.

Όλοι αγαπάμε τις λίστες που ιεραρχούν. Μιλάμε για το καλύτερο τραγούδι μας ή έχουμε φίλους να μας ρωτάνε ποιο είναι το καλύτερο ελληνικό κρασί (άκυρη ερώτηση, αλλά θα το αναπτύξουμε άλλη φορά). Όταν τέτοιες λίστες αφορούν ταινίες, μου κάνει πάντα εντύπωση πόσος κόσμος κρατά έξω από αυτές τις κωμωδίες, λες και μια ταινία χάνει σε εγκυρότητα ή τεχνική αν «χάνει» και σε σοβαρότητα. Υπάρχουν άνθρωποι που παραδέχονται μόνο ταινίες βαριές κι ασήκωτες – αν δεν έχει μονόπλανο κι εφιαλτική σιωπή δεν είναι τέχνη (ή κάπως έτσι). Το βρίσκω τρομερά περιοριστικό αυτό, είναι μάλλον αρτηριοσκληρωτικό και δείχνει, κατά την γνώμη μου, κι έντονο συντηρητισμό: τον συντηρητισμό του ανθρώπου που φοβάται να έχει γνώμη αντίθετη στην πλειοψηφία. Όσο τέχνη είναι ο Πολίτης Κέϊν άλλο τόσο τέχνη μπορεί να είναι και Η Ζωή του Μπράϊαν (aka Ένας Προφήτης μα τι Προφήτης). Δυνητικά τουλάχιστον. Παρεμπιπτόντως, το παραπάνω είναι μια συντηρητική προσέγγιση που συνήθως εκδηλώνεται από ανθρώπους που δηλώνουν αριστεροί ή/και προοδευτικοί.

Κι όμως η ελαφρότητα είναι αρετή. Ανακουφίζει τον άνθρωπο, του επιτρέπει να πάρει μια ανάσα. Προσεγγίζει τα χειρότερα βιώματά μας με τρόπο που να αντέχουμε να δούμε – για αυτό και έχει τόση επιτυχία το λεγόμενο μαύρο χιούμορ. Η ελαφρότητα είναι απολαυστική, είναι ακομπλεξάριστη, είναι παρεϊστικη και καλοπροαίρετη. Είναι κάτι στο οποίο θα επιστρέψουμε με χαρά και ανυπομονησία, σε αντίθεση με την σφιχτή σοβαροφάνεια της δυσκοιλιότητας. Συχνά, η ελαφρότητα ερμηνεύεται λανθασμένα ως φτήνια, είτε από προχειρότητα είτε από ανάγκη αυτό-επιβεβαίωσης. Κι έτσι καταλήγει να είναι μια παρεξηγημένη, υποτιμημένη αρετή.

Στον χώρο του κρασιού από αυτό το φαινόμενο υποφέρει το Beaujolais Nouveau.

Το Beaujolais είναι μια υπο-περιοχή της Βουργουνδίας, η πιο νότια από αυτές που συνιστούν εδάφη της, και βρίσκεται στην νοητή γραμμή που εκτείνεται από την κοιλάδα του Ροδανού προς τα βόρεια. Στην περιοχή καλλιεργείται το Gamay, σταφύλι που δίνει ερυθρά κρασιά με έντονα αρώματα και χρώματα, ηδονικό και χαρούμενο. Αν και υπάρχουν και αναγνωρισμένα crus και τα (κανονικά) κρασιά της περιοχής αντέχουν σε μια κάποια παλαίωση, είναι περισσότερη γνωστή για το nouveau της. Τόσο που ο όρος nouveau συγχέεται με το Beaujolais.

Κάθε τρίτη Πέμπτη του Νοέμβρη είναι έτοιμο το φρέσκο κρασί της χρονιάς και ξεκινά να διατίθεται προς σβέλτη κατανάλωση, κατά προτίμηση εντός των 2-3 μηνών του χειμώνα που ακολουθεί (μετά γίνεται χάλια). Ζυμώνεται με διαφορετικό τρόπο (η ζύμωση ξεκινά μέσα στις ίδιες τις ρώγες του σταφυλιού) και έτσι καταφέρνει να έχει κατά-κόκκινο χρώμα χωρίς όμως τα άλλα χαρακτηριστικά του ερυθρού κρασιού. Η κυκλοφορία γίνεται ταυτόχρονα σε όλο τον κόσμο, με αποτέλεσμα ένα παγκόσμιο πάρτυ οινόφιλων να συμβαίνει, ειδικά στις πρώτες μέρες μετά την κυκλοφορία του.

Το κρασί, στα καλύτερά του, είναι σκούρο κόκκινο, χωρίς όμως τανίνες, με γενναιόδωρα αρώματα και γεύσεις, ευχάριστο και αδιανόητα πόσιμο – κατεβαίνει πριν το καταλάβεις. Τα πιο καλοφτιαγμένα φέρουν τον όρο Beaujolais Villages, από τα βόρεια χώματα της περιοχής. Σερβίρεται κρύο και συνοδεύει κάθε είδους χειμωνιάτικους μεζέδες, τυράκια, σαλαμάκια και δεν συμμαζεύεται. Αξίζει να το δοκιμάσετε και να το γλεντήσετε, αποφύγετε όμως την απειλητικά φτηνή εκδοχή των σούπερ-μάρκετ: αν για μια φιάλη πληρώσετε κάτω από € 4, μην περιμένετε να σας δώσει χαρά. Η ζώνη των € 7,00 – 8,00 θα σας δώσει υπέροχα κρασιά που θα μοιραστείτε ευχάριστα με φίλους.

dsc01485

Εμείς πάντως τιμήσαμε την πρώτη φιάλη της χρονιάς, το βράδυ της Παρασκευής, μια μέρα μετά την κυκλοφορία του. Στην (σχεδόν γαστρο-πορνογραφική) φωτογραφία διακρίνονται:

  • Σε πρώτο πλάνο, φρέσκο κατσικίσιο τυρί, με κομματάκια ξηρού σύκου, πάνω σε φρυγανισμένο ψωμί. Πιστέψτε με, το αποτέλεσμα ήταν πέραν περιγραφής!
  • Δίπλα ακριβώς, ρεσώ αναμένα. Το φετίχ της κας Μπαμπάκη. Μη βρώσιμο – αγνοήστε το.
  • Στη δεύτερη ζώνη, κατά σειρά χοιρομέρι κρασάτο (αγορασμένο από την αλλαντοποιία Στρεμένου, στον Προυσό), τυρί Σαν Μιχάλη με λίγη ντοματούλα κα κρακεράκια πολύσπορα
  • Στο βάθος, παρέα με τις χαρτοπετσέτες, ο επίτιμος καλεσμένος της βραδιάς, μια φιάλη Beaujolais Nouveau 2008 του Georges Duboeuf (κόστος € 7,50 από το Cellier), η οποία σφαγιάσθηκε αλύπητα πριν κλείσει δύο μέρες κυκλοφορίας. Όπως της άξιζε! 😉
  • Πίσω αριστερά, με χαρακτηριστικά καρώ πυτζαμάκια, ο μπαμπακόσπορος συμμετέχει στην γιορτή μυρίζοντας τον οίνο και όχι δοκιμάζοντας. Ευτυχώς δεν τον ενθουσιάζουν τα μυστήρια τυριά – ακόμα!

Για όλα τα παραπάνω λοιπόν, μην διστάσετε και μην αργείτε. Η ευκαιρία της απόλαυσης απαιτεί να αγκαλιάσουμε όλοι μαζί την υποτιμημένη αρετή της ελαφρότητας. Στην υγειά μας!

Πουλάει τελικά το βιολογικό κρασί;

«There’s no advantage to marketing wine as organic. We’re doing it because it leads to higher quality.” John Williams, Frog’s Leap, California.

Πρώτα απ ‘όλα θα πρέπει να κάνουμε μια σημαντική διευκρίνιση. Δεν μπορούμε να μιλάμε για βιολογικό κρασί, αλλά για κρασί φτιαγμένο από σταφύλια βιολογικής καλλιέργειας. Η ουσιαστική διαφορά με ένα άλλο κρασί είναι ο τρόπος καλλιέργειας του αμπελιού. Αν θέλαμε να μιλάμε για απολύτως βιολογικό κρασί θα έπρεπε όλα τα συστατικά του (ο θειώδης ανυδρίτης για παράδειγμα) να είναι βιολογικής προέλευσης, πράγμα αδύνατο αλλά και ανούσιο. Εναλλακτικά, θα έπρεπε να ορίζεται νομικά ο όρος με συγκεκριμένες παραμέτρους για κάθε στάδιο της οινοποίησης, πράγμα που απλώς δεν συμβαίνει. Όχι ακόμα τουλάχιστον.

Μιλάμε λοιπόν για κρασί από βιολογική καλλιέργεια, με τα βιολογικής καλλιέργειας σταφύλια να είναι πιστοποιημένα από αντίστοιχο φορέα. Σύμφωνα με τη νομοθεσία για τη βιολογική αμπελοκαλλιέργεια: α) για τη λίπανση χρησιμοποιείται μόνον κοπριά ζώων και όχι χημικά λιπάσματα β) η προστασία του αμπελιού από τους εχθρούς του γίνεται μόνο με βιολογικά μέσα και γ) ο χαλκός και το θειάφι χρησιμοποιούνται για την προστασία του αμπελιού από τον περονόσπορο και το ωίδιο, τις δύο πιο συνηθισμένες αρρώστιες που προσβάλλουν το αμπέλι.

Πολλοί παραγωγοί ακολουθούν συνολικά ή εν μέρει τις επιταγές της βιολογικής γεωργίας, ακόμα και αν δεν παίρνουν την σχετική πιστοποίηση. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για αυτό, από τους πιο επιφανειακούς (το βιολογικό είναι η μόδα της εποχής, κακά τα ψέματα) μέχρι και τους πιο ουσιαστικούς (μακροπρόθεσμη υγεία του αμπελώνα αλλά και των ανθρώπων που εργάζονται σε αυτόν). Άλλοι πιστεύουν ότι το υγιές έδαφος θα δώσει και υγιή σταφύλια, οπότε ακολουθούν τις αρχές χρησιμοποιώντας την βιολογική γεωργία σαν εργαλείο για την βελτίωση του τελικού προϊόντος. Οι γραφειοκρατικές δυσκολίες, αλλά περισσότερο η έλλειψη ουσιαστικού εμπορικού πλεονεκτήματος αφήνουν αυτούς τους ανθρώπους χωρίς την τελική πιστοποίηση.

Το ερώτημα για μένα είναι πού οφείλεται αυτή η έλλειψη εμπορικού αποτελέσματος, γιατί δηλαδή το βιολογικό κρασί δεν είναι marketing tool. Τα άρθρα και οι αναφορές στον τύπο (βλ. και τελευταίο τεύχος του Οινοχόου της Καθημερινής) ασχολούνται με το τεχνικό/θεσμικό κομμάτι της υπόθεσης και όχι με το εμπορικό. Γεγονός είναι ότι λίγες μελέτες έχουν γίνει για την ανταπόκριση του κοινού στα κρασιά από βιολογική καλλιέργεια, οπότε πρέπει κανείς να ψάξει στα τυφλά και να στηριχτεί πολύ στην προσωπική εμπειρία.

Στο σπίτι, ειδικά από τότε που γεννήθηκε το παιδί, αγοράζουμε αρκετά προϊόντα βιολογικής καλλιέργειας. Οι πατάτες, τα περισσότερα φρούτα, οι ντομάτες, τα εσπεριδοειδή, τα ζυμαρικά, το κρέας (συνήθως) είναι όλα τους βιολογικά. Είναι αρκετά ακριβότερα αλλά περιμένουμε ότι θα γλυτώσουμε το κόστος σε…γιατρούς μετά από χρόνια. Επίσης, είναι πολύ πιο νόστιμα και μυρίζουν όπως θα έπρεπε. Κόβεις το λεμόνι ή το καρπούζι κι ευωδιάζει η κουζίνα ολόκληρη. Θα έλεγα δηλαδή ότι αντιπροσωπεύω ένα νοικοκυριό ευαίσθητο σε θέματα πρώτων υλών διατροφής και συνειδητοποιημένο στην κατανάλωση, στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό. Παρόλα αυτά δεν αγοράζουμε βιολογικό κρασί ή μάλλον (για την ακρίβεια) δεν επιλέγουμε μεταξύ δύο παρόμοιων κρασιών αυτό που είναι βιολογικό. Και δεν είμαστε οι μόνοι.

Υπάρχουν αρκετοί λόγοι που ο καταναλωτής κρασιού δεν θα απλώσει το χέρι του προς το κρασί βιολογικής καλλιέργειας:

  • Υπάρχει σίγουρα έλλειψη ενημέρωσης, εδώ πρέπει να ξεκινάς ορίζοντας τι είναι και τι δεν είναι «βιολογικό»κρασί.
  • Υπάρχει έλλειψη πρόσβασης: συνήθως (όχι πάντα) η βιολογικά πιστοποιημένη καλλιέργεια είναι μικρής κλίμακας και συνεπάγεται περιορισμένο κανάλι διανομής, πολλές φορές περιορισμένο στην τοπική αγορά.
  • Το κόστος αντιμετωπίζεται ως υπερβολικό, άλλωστε, το κρασί είναι ήδη ένα προϊόν που κανείς δεν χαρακτηρίζει φτηνό.
  • Η συχνότητα της κατανάλωσης δεν είναι μεγάλη. Δεν είναι πολλοί αυτοί που καταναλώνουν κρασί τόσο συχνά ώστε να έχει σημασία η διαφορά. Σαλάτα όμως τρώμε (ή θα έπρεπε να τρώμε) κάθε μέρα.
  • Το κρασί αντιμετωπίζεται ως ένα ήδη αγνό, θετικό για την υγεία προϊόν, με περιορισμένα πρόσθετα. Ενώ στο κρέας αγωνιούμε για τις τοξίνες και στα λαχανικά για τα φυτοφάρμακα, το κρασί έχει ήδη την εικόνα του προϊόντος που ενισχύει την υγεία (French paradox και όλα τα συναφή) οπότε δεν βλέπουμε τον λόγο.

Το βασικότερο όλων; Γεύση και άρωμα. Οι άνθρωποι που αγαπάνε το κρασί συνήθως δίνουν έμφαση στα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του – κι όχι μόνο του κρασιού, αλλά του συνόλου των διατροφικών ειδών που προτιμάνε. Αν το βιολογικό φασολάκι έχει την ίδια (ή χειρότερη) γεύση από το συμβατικό, γίνεται καταναγκαστική η προτίμηση σε αυτό και μετά από λίγο καιρό θα γυρίσεις απλά στο πιο νόστιμο. Ευτυχώς, σχεδόν όλα τα βιολογικά προϊόντα είναι πιο νόστιμα από τα συμβατικά. Αυτό το περιμένω και στο κρασί για να το προτιμήσω: καλύτερη μύτη, πιο ελκυστικό στόμα. Θέλω να είναι ποιοτικά ένα ανώτερο προϊόν, σταθερά και αξιόπιστα, και τότε φυσικά θα προτιμήσω την κατανάλωσή του. Αν όμως το συμβατικό είναι καλύτερο κρασί, ε, θα προτιμήσω το συμβατικό. Πίνω για την ευχαρίστησή μου κι όχι για να χορτάσω, οπότε αφού δεν έχω υποχρέωση να καταναλώσω το κρασί θα το κάνω μόνο αν είναι ευχάριστο.

Με άλλα λόγια, ο καταναλωτής που διαλέγει το βιολογικό προϊόν περιμένει, εκτός από τα μακροπρόθεσμα οφέλη στην υγεία του, χαρακτηριστικά γεύσης και αρώματος καλύτερα από τα αντίστοιχα των προϊόντων συμβατικών καλλιεργειών. Και αν αυτό δεν το πετύχουν οι παραγωγοί, τότε δεν πρόκειται να πουλήσει η φιάλη τους περισσότερο από μια αντίστοιχη συγκρίσιμη φιάλη συμβατικής καλλιέργειας.

Global warming και αμπελουργία

red_wine_design_fusion.jpg

Δεν υπάρχει λόγος να αναπτύξω εξαντλητικά εδώ το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Όλοι, πλην του Τζωρτζ Ντάμπλιγιου και των συν αυτώ, ενημερωνόμαστε και προβληματιζόμαστε για τις αλλαγές στο κλίμα. Και δεν είναι τόσο οι αλλαγές στο κλίμα αυτές καθ’ αυτές όσο οι επιπτώσεις που προκύπτουν στην ποιότητα ζωής μας και στην ποιότητα ζωής των παιδιών μας που μας ανησυχούν.

Μέχρι και πριν λίγο καιρό διαπίστωνα με έκπληξη πως οι οινοποιοί ήταν οι πιο χαζοχαρούμενοι «αναγνώστες» του φαινομένου. Κάτι η αλλαγή του κλίματος, κάτι η δραματική βελτίωση των οινοπαραγωγικών τεχνικών, στην ουσία εδώ και 10-15 χρόνια έχουν εξαλειφθεί οι «κακές» χρονιές στις διάσημες περιοχές του πλανήτη. Οι οινοπαραγωγοί ζούσαν σε ένα ροζ συννεφάκι: Διάβαζα για παράδειγμα στο Decanter πριν λίγους μήνες (τεύχος Μαΐου 2007) μια επιφυλλίδα από τον Marcel Ducassse. (πρώην) διευθυντή του Chateau Lagrange στο St-Julien (κοινότητα του Bordeaux). Εντυπωσιάστηκα από αυτό που θεώρησα κοντόφθαλμο πανηγυρισμό: ο κος Ducasse δήλωνε ενθουσιασμένος για το πόσο εύκολο είναι πια να έχεις έναν καλό τρύγο στο Bordeaux, πόσο έχουν μετριαστεί τα προβλήματα παγετού την εποχή της ανθοφορίας ή βροχών την εποχή της συγκομιδής και πώς αυτό διασφαλίζει και τον οινοποιό και τον καταναλωτή για την σταθερή και αξιόπιστη ποιότητα του τελικού προϊόντος.

Και δεν αναρωτήθηκε αν οι αλλαγές στο κλίμα (και στο κλήμα) θα σταματήσουν εδώ; Δεν αναρωτήθηκε αν το φαινόμενο έχει σταθεροποιηθεί και φτάσαμε σε μια νέα μόνιμη κατάσταση ή η θερμοκρασία θα συνεχίσει να ανεβαίνει; Μην ξεχνάμε ότι η βέλτιστη στιγμή του τρύγου είναι όταν έχει επιτευχθεί ωριμότητα ή ισορροπία στους τέσσερις κύκλους ωριμότητας που αφορούν το σταφύλι: σάκχαρα, οξέα, φαινόλες και φρουτώδης χαρακτήρας. Ο κάθε κύκλος προχωρά με τον δικό του ρυθμό, ανεξάρτητα από τους άλλους, και αναλόγως του κλίματος. Έτσι, για κάθε κλίμα υπάρχουν ποικιλίες που παρουσιάζουν βέλτιστη ωρίμανση – αυτό όμως σύντομα θα αλλάξει.

Άφρονες και ομφαλοσκόποι λοιπόν όσοι βιάστηκαν να πανηγυρίσουν. Το φαινόμενο ούτε έχει σταματήσει ούτε πλησιάζει χρονικά το σημείο που θα ισορροπήσει εκ νέου το κλίμα του πλανήτη. Η υπερ-θέρμανση θα συνεχιστεί και η στιγμή που θα ξέρουμε τι καιρό να περιμένουμε πάνω από κάθε αμπελοτόπι αργεί.

71425809.jpg

Ευτυχώς για την πίστη μου στην κοινή λογική, έρχεται στο ίδιο περιοδικό λίγο καιρό αργότερα (τεύχος Ιανουρίου 2008) ο Dr Richard Smart, σύμβουλος οινολόγος παγκοσμίου φήμης, να αντικρούσει την αισιοδοξία του monsieur Ducasse λέγοντας το προφανές: it ain’t over ‘till the fat lady sings. Δεν ξέρουμε ούτε πόσο ούτε πότε θα αλλάξει το κλίμα. Ξέρουμε σίγουρα ότι με τους σημερινούς ρυθμούς οι φημισμένες περιοχές του κόσμο ζεσταίνονται πολύ για να συνεχίσουν να καλλιεργούν τις ίδιες ποικιλίες. Συνέχεια

Ευρωπαϊκή ενοποίηση

Σήμερα υπογράφηκε η μεταρρυθμιστική συνθήκη της ΕΕ, όπως διαβάζουμε εδώ.

Στην ουσία έχουμε καταλάβει όλοι πλέον ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση προέκυψε μετά από την προσπάθεια της Ευρώπης να τα βρει με το εφιαλτικό παρελθόν των δύο Παγκοσμίων Πολέμων και των αιώνων αιματηρών συγκρούσεων. Να βρει έναν τρόπο να αφήσει το φρικτό αυτό παρελθόν πίσω της και να προχωρήσει σε ένα μέλλον ελεύθερο από πολέμους. Τώρα, με βάση την κοινή οικονομική πορεία, έρχεται όλο και πιο κοντά και στον τομέα της πολιτικής ενοποίησης. Κι έχουμε στήσει έναν δυσκίνητο κεντρικό μηχανισμό, με την γραφειοκρατία του και τις διαδικασίες του, κι έχουμε προσπάθειες από δω προσπάθειες από κει. Με τριβές και δυσκολίες, με φυγόκεντρες αλλά και κεντρομόλους δυνάμεις, προχωρά.

Όλα αυτά βέβαια θα ήταν περιττά αν είχαν αφήσει τους οινοποιούς να προχωρήσουν το θέμα.

Έχω ήδη γράψει την πεποίθησή μου πως οι άνθρωποι του αμπελιού, οι άνθρωποι που αναγκάζονται να φροντίζουν ένα κομμάτι γης, μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο, είναι οι πλέον ειρηνόφιλοι. Καθώς μάλιστα είναι ξεκάθαρο ότι το προϊόν τους αποτελεί κατ’ αρχήν έκφραση της ίδιας της γης τους (το περίφημο terroir), δεν βλέπουν ο ένας τον άλλον σαν ανταγωνιστές αλλά μάλλον σαν συνεργάτες. Δανείζονται πρακτικές, ιδέες, μεθόδους. Ακόμα και ποικιλίες. Και φτάνεις σε μία κατάσταση που τα σύνορα που έχουν θέσει τα κράτη απλώς δεν έχουν νόημα. Θέλω να μοιραστώ εδώ ένα τέτοιο παράδειγμα. Συνέχεια

Προβληματισμός

Στο εξαιρετικό blog του Δημήτρη του Ρουσουνέλου έγινε πρόσφατα μια συζήτηση που με οδήγησε σε έναν προβληματισμό: αν κάποιος μαγειρεύει ή πίνει κρασί ή ασχολείται με οποιονδήποτε τρόπο με την γεύση και την διατροφή επαγγελματικά, σε τι βαθμό έχει δικαίωμα να συμμετέχει σε συναφείς διαφημίσεις προϊόντων;

Προσοχή, δεν μιλάω για γκρίζα διαφήμιση. Όχι «παίρνουμε αυτή την κατσαρόλα από το Vefa’s House», δεν μιλάω για κάτι τέτοιο. Η διαφήμιση τηρείται αυστηρά εκτός «βασικής» εργασίας. Ακόμα κι έτσι όμως, είναι δικαιολογημένη ή πρέπει να διατηρούνται αποστάσεις που ενδεχομένως εξασφαλίζουν μια ουδετερότητα; Και σε τι βαθμό; Θα ήθελα τις γνώμες σας.

ΥΓ: Ακόμα εδώ είμαι, αλλά πνιγμένος στη δουλειά. Έχω βάλει μπρος ένα ποστ για τα κρασιά του Ροδανού, αλλά είναι πιο απαιτητικό απ’ ό,τι περίμενα και στο γραφείο τα πράγματα είναι άγρια.

Το αμπέλι θα σταματούσε τον πόλεμο

Από τις μικρές χώρες με αξιοπρόσεκτη οινική παρουσία είναι ο Λίβανος. Ειδικά η κοιλάδα Bekaa έχει καθιερωθεί ως οινοπαραγωγική περιοχή και το Ch. Musar εδώ και χρόνια αποτελεί τη ναυαρχίδα μιας σημαντικής ποιοτικά χώρας. Άλλωστε, το κρασί καταναλώνεται και στο Λίβανο, όπου περίπου το 40% του πληθυσμού είναι χριστιανοί (και άρα δεν έχουν τους περιορισμούς στο αλκοόλ που έχουν ή υποτίθεται ότι έχουν οι μουσουλμάνοι).

Φέτος το καλοκαίρι η τραγική εξέλιξη της κατάστασης στη Μέση Ανάτολη έδειχνε ότι θα έχει ως θύματα (μέσα σε όλα) και την παραγωγή της χρονιάς, καθώς το να βγεις στην ύπαιθρο και να μαζέψεις σταφύλια ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Διάβαζα μάλιστα μια συνέντευξη του Ramzi Ghosn, που έχει το οινοποιείο-μπουτίκ Massaya, και μιλούσε για την απελπισία του: πώς αρνήθηκε να εγκαταλείψει το κτήμα εν μέσω βομβαρδισμών, πώς μύριζε το ώριμο φρούτο και πώς περπατούσε στους αμπελώνες με κλειστά τα μάτια, γιατί δεν άντεχε να βλέπει τα σταφύλια να σαπίζουν.

Μικρό το κακό θα πείτε. Μπροστά σε τόσες ανθρώπινες ζωές που χάθηκαν στον θερινό παραλογισμό, τι αξία έχει μια μερικώς κατεστραμένη εσοδεία; Σωστά, αλλά η εμμονή των αμπελουργών να περιμένουν κοντά στα αμπέλια τους, να τα φροντίζουν όπως μπορούν υπό τέτοιες συνθήκες, και να μαζέψουν τελικά μετά την ανακωχή όπως μπορούν τους καρπούς της αμπέλου (με τους γραμματείς, λογιστές και ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων να σηκώνουν τα μανίκια για να βοηθήσουν) είναι αν μη τι άλλο ενδεικτική μιας νοοτροπίας που θα μπορούσε να σταματήσει τους πολέμους.

Αν ο άνθρωπος – γεωργός είναι δεμένος με την γη του και την καλλιέργειά της μία φορά, ο άνθρωπος – αμπελουργός είναι δέκα. Το αμπέλι απαιτεί φροντίδα όλο τον χρόνο, ξανά και ξανά. Κλαδέματα, μπολιάσματα, μέριμνα σε περιπτώσεις παγετού, φροντίδα σε περιπτώσεις ξηρασίας, η μέρα με την μέρα επαφή πριν τον τρύγο. Πρόκειται για μια δουλειά που σε φέρνει σε στενή κοινωνία με την Φύση, σε μαθαίνει να την σέβεσαι και να την αγαπάς και σου ζητά να την περιβάλεις με ειρήνη. Η πιο ζεν ασχολία που μπορεί να βρει κάποιος χωρίς να γίνει βουδιστής μοναχός.

Εδώ είναι το θέμα: κανένας αμπελουργός δεν θα διάλεγε να κάνει πόλεμο. Πώς θα φροντίσεις το αμπέλι σου, αυτή την απαιτητική αλλά και πανέμορφη ερωμένη, εν μέσω πολέμου; Πού θα βρεθούν τα εργατικά χέρια, πώς θα εφασφαλιστούν οι εργασίες και πού θα βρεθούν οι ασφαλείς εμπορικοί δρόμοι; Ο άνθρωπος που φροντίζει το αμπέλι έχει μια δουλειά που από την φύση της είναι ένας ύμνος στην ειρήνη.

Να ξέρετε ότι από μέρη που καλλιεργείται συστηματικά το αμπέλι δεν ξεκινάει πόλεμος, γιατί απλώς δεν ταιριάζει με τη νοοτροπία του αμπελουργού. Αν μάλιστα αφήναμε τους αμπελουργούς να συνομιλήσουν σίγουρα θα έβρισκαν τρόπο να τερματιστούν πολλές συγκρούσεις.

Η πρότασή μου λοιπόν για την επίτευξη της ειρήνης σε παγκόσμια κλίμακα είναι η επέκταση της καλλιέργειας της αμπέλου. Τόσο απλά. Make wine, not war. 🙂