Magnum No 338 & 342

Δηλώνω περήφανος (και ανυπόμονος!) ιδιοκτήτης των πειρασμών της φωτογραφίας.

 DSC00008[1]

Προσέξτε παρακαλώ την χρονιά (είχα την χαρά να την δοκιμάσω σε μια κάθετη γευσιγνωσία με την καθοδήγηση του κου Σακκά και είχε ομόφωνα ανακηρυχτεί το Νο 1 της δοκιμής). Είναι σε magnum (πάντα πλεονέκτημα). Και φέρει την παλιά ετικέτα του κτήματος, όχι την σημερινή, με την οποία είμαστε εξοικειωμένοι.

Τώρα, απλά καιροφυλακτώ για τις κατάλληλες αφορμές. 🙂

Advertisements

Κάθετες Ράμνιστες (και σούπες οριζόντιες)

Μέσα στις γιορτές, οργάνωσα λίγο την πτωχή πλην τίμια κάβα μου και διαπίστωσα ότι, χωρίς να το έχω σχεδιάσει, είχα βρεθεί κάτοχος τριών διαφορετικών τρύγων του ίδιου κρασιού. Συγκεκριμένα, της Ράμνιστας, της Νάουσας του κυρ-Γιάννη και των τρύγων του 2005, 2003 και 2000. Επιπλέον, σε μια επίσκεψη στον Ανθίδη, πέτυχα κι άλλες δύο χρονιές (2004 και 1999), οπότε το project είχε ήδη σχηματιστεί στο μυαλό μου: αυτό άξιζε να γίνει αφορμή για μία βραδιά κάθετης γευσιγνωσίας, με λίγους φίλους που έχουν κι αυτοί το μεράκι του κρασιού. Έτσι κι αλλιώς, η πραγματική απόλαυση στο κρασί είναι να το μοιράζεσαι με ανθρώπους που «πάσχουν» από το ίδιο μεράκι. Οι υποψήφιοι ήταν ήδη σεσημασμένοι, και τους βρίσκετε και στην μπλογκόσφαιρα (συγκεκριμένα εδώ κι εδώ).

Κάθετη ονομάζεται μία δοκιμή όταν περιλαμβάνει πολλές διαφορετικές χρονιές από το ίδιο κρασί. Οι δοκιμαστές μπορούν να εκτιμήσουν την εξέλιξη του κρασιού και τις διαφορές από τρύγο σε τρύγο. Αντίστοιχα, η οριζόντια δοκιμή περιλαμβάνει κρασιά της ίδιας εσοδείας και με κάποιο κοινό χαρακτηριστικό – π.χ. από την ίδια περιοχή ή από την ίδια ποικιλία.

Ήθελα φυσικά να παίξουμε με τους τρύγους κι όχι απλά να τους δοκιμάσουμε. Έτσι, καταλήξαμε σε ένα μενού με πολλά, διαφορετικά «κύρια» πιάτα – μπουκίτσες αν χρειαζόταν – προκειμένου να υποστηρίξουμε τις διαφορετικές Νάουσες. Ξεκινά η λίστα: παϊδάκια αρνίσια (αρκετά εκ των οποίων μισο-ψημένα), μπριζολάκια χοιρινά μαριναρισμένα (με τη μυστική μαρινάδα του σεφ), πατάτες φούρνου, πρασο-κιμαδόπιτα, ναουσσιώτικα πιτάκια με πιπεριές Φλωρίνης και τυρί (courtesy of Food Junkie) και μια ανάμεικτη πράσινη σαλάτα με μανιτάρια και ροζ πιπέρι (ουφ, τέλειωσε, εντάξει!). Όλα αυτά βγήκαν μαζί, ώστε ο καθένας να μπορεί να δοκιμάσει από το πιάτο του διαφορετικές μπουκιές με διαφορετικούς τρύγους.

salataweb

Σαλάτα με μανιτάρια και ροζ πιπέρι

kreasweb

Ποικιλία ψητών κρεάτων (ορισμένα με το αιματάκι τους, σχεδόν να βελάζουν…)

Δεν ήθελα όμως να μην φτάσουμε χορτάτοι στα κύρια. Για όσο περιμέναμε, δύο είδη αλμυρά ταρτάκια δίπλα στο αφρώδες (επίσης από Ξινόμαυρο) ήταν εντάξει, αλλά χρειαζόταν κάτι ιδιαίτερο για τον ρόλο των πρώτων, τέτοιο που να μην «διαταράξει» την ισορροπία και την ροή ενός γεύματος αλλά να μας αφήσει κι ανάλαφρους. Η λύση ήρθε περίπου ως επιφοίτηση: θα σερβίριζα τρεις διαφορετικές σούπες για το σύνολο των πρώτων. Δοκιμάστηκε, με μεγάλη επιτυχία, και το προτείνω ανεπιφύλακτα και για τα τραπέζια σας. Ναι λοιπόν, οι σούπες ήταν σούπερ (ήταν από τα πιο άθλια λογοπαίγνια που μπορούσα να γράψω, το παραδέχομαι).

Όσο για τα αποτελέσματα της βραδιάς; Στα μεν πρόσωπα ήταν κολακευτικά εορταστικά: αν κάτι αξίζει να μάθουμε ξανά από αυτή την διαβόητη κρίση (είτε σαν γεγονός, είτε σαν αφορμή), είναι το πόσο όμορφα νιώθεις να δέχεσαι διαλεχτούς φίλους στο σπίτι και να τους «κακομαθαίνεις» όσο μπορείς.

dsc01577

Οι νύφες της βραδιάς

Στα δε ποτήρια η ετυμηγορία ήταν περίπου κοινή: με την αλλαγή του κλίματος αρχίζει να χάνεται η τυπικότητα σε ορισμένες ΟΠΑΠ. Επίσης, είναι εντυπωσιακή η άνοδος στον αλκοολικό βαθμό: 1,5 βαθμός μέσα σε 6 χρόνια. Αυτό είναι στοιχείο προβληματισμού για την κλιματική αλλαγή και το πώς επηρεάζει την ωριμότητα των σταφυλιών. Οι πιο πρόσφατοι τρύγοι (2005 και 2004) σχεδόν δεν είχαν χαρακτήρα Νάουσας κι ενδεχομένως, ειδικά για το 2005, ήταν δύσκολο να αναγνωρίσεις το Ξινόμαυρο. Το βαρέλι κυριαρχούσε, αλλά ήταν και νωρίς για να μετριαστεί η επήρειά του. Αντίθετα, 2000 και 1999 ήταν πολύ πιο τυπικές χρονιές, ξεκάθαρα Νάουσες, με κεραμιδί αποχρώσεις στο σκούρο χρώμα τους και τα χαρακτηριστικά αρώματα ντομάτας (λιαστή για το 2000, κέτσαπ για το 1999). Όμορφες, ευγενικές τανίνες και ιδανική οξύτητα για δίπλα στο φαγητό (πιο τονισμένη στο 1999, που έτσι κι αλλιώς ήταν το πιο άρτιο κρασί της συλλογής). Έδειχναν να έχουν ακόμα ζωή κι εξέλιξη μπροστά τους, ειδικά το 1999. Τέλος, το 2003 ήταν μια πολύ ιδιαίτερη χρονιά. Με ένα από τα πιο ζεστά καλοκαίρια που θυμάμαι, το κρασί ήταν γοητευτικό κι ανέφελο, ευχάριστο στο στόμα και χαρωπό, αλλά ήδη έδειχνε να πλησιάζει τις αντοχές του – δεν έχει πολλά χρόνια ακόμα μπροστά του. Με μια ανέμελη γενναιοδωρία σκορπάει την απόλαυσή του γρήγορα. Θα τολμήσω μια παρομοίωση: αν οι άλλοι τρύγοι ήταν μια οικογένεια οικονομολόγων και τραπεζιτών, το 2003 είναι αυτός που πήγε και σπούδασε σκηνογράφος και τώρα έχει πάει εθελοντής στον Αμαζόνιο για να σώσει κάποιο σπάνιο είδος ακρίδας. 🙂

Παράλληλες ματιές (και…αντίστοιχη κάλυψη) για την βραδιά μπορείτε να βρείτε στα blog των συνδαιτυμόνων, εδώ (με πλήρη κάλυψη του ε-ντυ-πω-σια-κό-τα-του dessert) και εδώ (με πλήρη κάλυψη των εξαιρετικών τυριών).

Ακολουθούν οι τρεις σούπες και οι συνταγές τους. Όλες είναι υπολογισμένες για 6 μερίδες περίπου και απαιτούν σπιτικούς ζωμούς (για τους οποίους θα κάνω προσεχώς κάποια λεπτομερή ανάρτηση, επειδή έχουν ιδιαίτερη σημασία). Συνέχεια

Προς τιμήν λίγων φιαλών en primeur

Πιθανό να το ξέρετε ήδη, αλλά υπάρχει ένας τρόπος αγοράς του κρασιού που ονομάζεται En Primeur. Πρόκειται ουσιαστικά για οινικά futures, όπου ο καταναλωτής προμηθεύεται το κρασί κάποιου τρύγου ενώ αυτό είναι ακόμα στο βαρέλι, επενδύοντας σε αυτό πριν την εμφιάλωσή του και εξασφαλίζοντας cash flow γα έμπορο και  παραγωγό. Η πληρωμή της προκαταβολής γίνεται νωρίς, ένα χρόνο έως 18 μήνες πριν την επίσημη κυκλοφορία του κρασιού. Το σκεπτικό πίσω από την αγορά είναι ότι τα κρασιά (ενδέχεται να) είναι σημαντικά φτηνότερα κατά την περίοδο του en primeur σε σχέση με τις τιμές τους στο ράφι, αν και αυτό δεν είναι εγγυημένο. Σε κάποιες περιπτώσεις η επένδυση μπορεί ακόμα και να αποδειχτεί επικερδής, αν το κρασί πουληθεί στη δευτερογενή αγορά αντί να καταναλωθεί. Η πρακτική αυτή έχει διαδοθεί πολύ κι έχει (δυστυχώς) στείλει τις τιμές ορισμένων σπουδαίων κρασιών στα ύψη κάνοντάς τα απαγορευτικά για εμάς τους απλούς οινόφιλους.

Τα κρασιά που πουλούνται έτσι συνήθως είναι ιδιαίτερα φημισμένα: έχουν ειδική σημασία οι en primeur αγορές για τα κρασιά του Bordeaux, της Βουργουνδίας, ορισμένα του Ροδανού και αρκετά Port, αλλά και διάφορα άλλα «ιδιαίτερα»κρασιά (Super-Tuscans, κλπ). Ο καταναλωτής δεν έχει δοκιμάσει τα κρασιά, αλλά δεν προχωρά και στα τυφλά: οι ειδικοί του χώρου δοκιμάζουν τα κρασιά πριν την εμφιάλωσή τους και γράφουν την γνώμη τους για αυτά, προβλέποντας – όσο μπορούν – την εξέλιξή τους. Η αγορά en primeur είναι σκόπιμη για σπάνια κρασιά, από παραγωγούς με αξιόπιστα σταθερή υψηλή ποιότητα και για τρύγους που έχουν αναγνωριστεί από τους ειδικούς ως πραγματικά ξεχωριστοί. Αν ένα από αυτά τα κριτήρια ή (ακόμα καλύτερα) κάποιος συνδυασμός τους ισχύει, τότε η κίνηση αξίζει. Θεωρητικά μάλιστα, σε μια ανεπτυγμένη αγορά, όπως της Βρετανίας, θα μπορούσε κάποιος να αγοράσει τρία κιβώτια από ένα σπουδαίο κρασί en primeur και μετά από καιρό να πουλήσει τα δύο, χρηματοδοτώντας έτσι την κατανάλωση του ενός.

Προσωπικά, έχω αγοράσει μία φορά μέχρι τώρα στη ζωή μου en primeur, για λόγους απλούς: δεν με παίρνει οικονομικά για συχνότερα. Προμηθεύτηκα έτσι λίγες φιάλες ερυθρής Βουργουνδίας από τον εξαιρετικό τρύγο του 2005. Τα σέξι μπουκαλάκια μου είναι από την Cote d’ Or και περιλαμβάνουν ορισμένα κρασιά επιπέδου Village, μερικά Premier Cru και ένα Grand Cru (Clos Vougeot). Αν σχεδίαζα την αγορά σήμερα, θα είχα πάρει ακόμα περισσότερα Cru (κυρίως Premier, που δεν τα λυπάσαι να τα σφάξεις), τα οποία σε τέτοιες περιπτώσεις είναι value for money σε σχέση με την τιμή που πετυχαίνουν μετά στην αγορά.

Η πραγματική απόλαυση τέτοιων κρασιών φυσικά είναι να τα μοιράζεσαι με φίλους που, ακόμα κι αν δεν είναι τόσο…λαλημένοι όσο εσύ, εκτιμούν το κρασί. Και σημαντικό τμήμα της απόλαυσης είναι όταν οι έρμοι οι καλεσμένοι βρίσκονται ανυπεράσπιστοι μπροστά στο μπλα-μπλα-μπλα του οινόφιλου γύρω από την συγκεκριμένη φιάλη, τις συνθήκες αγοράς της, τις λεπτομέρειες του terroir της κλπ κλπ κλπ.

Ένα τέτοιο τραπέζι κάναμε το Σάββατο που μας πέρασε. Και ήταν η ώρα να σφάξουμε δυο φιάλες Vosne-Romanee 2005 του L.Jadot, που είχαν αγοραστεί (ναι, το μαντέψατε!) en primeur.

Το μενού είχε ως εξής:
1.    Πατατόσουπα με καρότο, κονφί σκόρδου και θυμάρι
2.    Μικρό πλατώ με πατέ φασιανού και πατέ αγριογούρουνου (παραγγελιά κι υπόσχεση στους καλεσμένους μας)
3.    Ανάμεικτη σαλάτα με κουκουνάρι και βινεγκρέτ με εστραγκόν
4.    Φραγκόκοτα με κάστανα και αποξηραμένα φρούτα, σερβιρισμένη με ρύζι με σαφράν.
5.    Τυριά (φυσικά) και γλυκό (μους λεμόνι)

Μέχρι και την σαλάτα ήπιαμε ένα Sauvignon Fume, και συγκεκριμένα το 2006 του Καρiπίδη (ταίριαξε εξαιρετικά με τα πατέ), ενώ η φραγκόκοτα και το ώριμο cheddar του φινάλε έπαιξαν με χαρά δίπλα στις Vosne-Romanee, σερβιρισμένες (όπως άρμοζε) στα ανάλογα Riedel.

dsc01565

Ήταν από κάθε άποψη ένα από τα πιο πετυχημένα μας γεύματα και από τα πιο απολαυστικά Σαββατόβραδα – έστω κι αν χρειάστηκε να «μοιραστούμε» την γιορτή του Αγ.Βαλεντίνου. Το Fume του Καριπίδη είχε ευχάριστο χρώμα και μύτη μέτριας έντασης, αλλά στο στόμα είχε ωραίο όγκο, πετυχημένη οξύτητα και ισορροπία. Δεν περίμενα πόσο απόλυτα ταιριαστό θα ήταν με τα πατέ (μην σας φανεί περίεργο, αλλά δεν τρώμε πατέ και κάθε σαββατοκύριακο εδώ που τα λέμε, χε χε χε χε…).

Όσο για το κρασιά από το Vosne-Romanee, είναι όπως έπρεπε. Τα κρασιά της Vosne δεν μπορούν να είναι μέτρια ή έστω απλώς καλά. Έχουν ένα μεγαλείο πάνω τους, αισθητό στην υφή και την δομή τους. Κυριαρχούνται φυσικά από το θρυλικό Domaine de Romanee-Conti, αλλά η φήμη του village είναι δικαιολογημένη. Τα κρασιά είναι αριστοκρατικά, γενναιόδωρα, απολαυστικά και ικανά για μακρά παλαίωση. Δεν έχουν την φινέτσα του Chambolle ή την ρώμη του Chambertin, όμως αποτελούν πρότυπο πλούτου και αρώματος. Και οι συγκεκριμένες φιάλες που είχαμε την χαρά να πιούμε πριν λίγες μέρες, εκπληρώναν τις προσδοκίες: βαθύ (αλλά όχι  αδιαφανές) χρώμα, μεταξένια υφή, ένα εύρος από αρώματα (σκούρα φρούτα του δάσους, μούρα, μπαχάρια), ευγενικές ταννίνες, διακριτικότατη χρήση ξύλου και απολαυστική επίγευση. Σούπερ!

Αυτό που βρίσκω πάντα μαγευτικό σε τέτοιες βραδιές είναι ότι μετά από λίγο η απόλαυση σε πιάτα και ποτήρια γίνεται απλώς η αφορμή. Πάντοτε οι συζητήσεις είναι που έχουν το ενδιαφέρον, πάντοτε οι πλάκες και τα πειράγματα καταλύουν απολαυστικά κάθε έννοια τάξης γύρω από το τραπέζι. Τα χαμόγελα χορεύουν στα πρόσωπα και η ευδαιμονία κάθεται μαζί μας. Η μοιρασιά τέτοιων στιγμών είναι που τις κάνει υπέροχες.

Συμβουλή λοιπόν: βρείτε τι κρασί απολαμβάνετε πραγματικά και αγοράστε τα καλύτερα δείγματά του. Αγοράστε en primeur, αγοράστε σε magnum (θα το καλύψουμε κι αυτό άλλη φορά), αγοράστε τα κατάλληλα Riedel για αυτό. Και μετά βρείτε με ποιους θα το μοιραστείτε – μόνο έτσι πολλαπλασιάζεται η απόλαυση!

ΥΓ: Για περισσότερες πληροφορίες για το en primeur, ρίξτε μια ματιά και στο άρθρο του decanter εδώ.

Η υποτιμημένη αρετή της ελαφρότητας

Ανάβει η συζήτηση των σινεφίλ γύρω από τις ταινίες, κουβεντιάζει η παρέα κι αρχίζουν οι συγκρίσεις. «Καλό το Βίκυ – Κριστίνα – Μπαρτσελόνα, αλλά δεν είναι σε καμιά περίπτωση Match point.» Και μετά, βουτάς στο παρελθόν και στις παλιότερες ταινίες του Γούντυ Άλλεν, συγκρίνοντας Κήτον και Φάροου, περιόδους, δεκαετίες, σενάρια, ύφος. Και κάποια στιγμή πέφτει η (αναπόφευκτη) ερώτηση: ποιες είναι οι καλύτερες ταινίες που έχεις δει.

Όλοι αγαπάμε τις λίστες που ιεραρχούν. Μιλάμε για το καλύτερο τραγούδι μας ή έχουμε φίλους να μας ρωτάνε ποιο είναι το καλύτερο ελληνικό κρασί (άκυρη ερώτηση, αλλά θα το αναπτύξουμε άλλη φορά). Όταν τέτοιες λίστες αφορούν ταινίες, μου κάνει πάντα εντύπωση πόσος κόσμος κρατά έξω από αυτές τις κωμωδίες, λες και μια ταινία χάνει σε εγκυρότητα ή τεχνική αν «χάνει» και σε σοβαρότητα. Υπάρχουν άνθρωποι που παραδέχονται μόνο ταινίες βαριές κι ασήκωτες – αν δεν έχει μονόπλανο κι εφιαλτική σιωπή δεν είναι τέχνη (ή κάπως έτσι). Το βρίσκω τρομερά περιοριστικό αυτό, είναι μάλλον αρτηριοσκληρωτικό και δείχνει, κατά την γνώμη μου, κι έντονο συντηρητισμό: τον συντηρητισμό του ανθρώπου που φοβάται να έχει γνώμη αντίθετη στην πλειοψηφία. Όσο τέχνη είναι ο Πολίτης Κέϊν άλλο τόσο τέχνη μπορεί να είναι και Η Ζωή του Μπράϊαν (aka Ένας Προφήτης μα τι Προφήτης). Δυνητικά τουλάχιστον. Παρεμπιπτόντως, το παραπάνω είναι μια συντηρητική προσέγγιση που συνήθως εκδηλώνεται από ανθρώπους που δηλώνουν αριστεροί ή/και προοδευτικοί.

Κι όμως η ελαφρότητα είναι αρετή. Ανακουφίζει τον άνθρωπο, του επιτρέπει να πάρει μια ανάσα. Προσεγγίζει τα χειρότερα βιώματά μας με τρόπο που να αντέχουμε να δούμε – για αυτό και έχει τόση επιτυχία το λεγόμενο μαύρο χιούμορ. Η ελαφρότητα είναι απολαυστική, είναι ακομπλεξάριστη, είναι παρεϊστικη και καλοπροαίρετη. Είναι κάτι στο οποίο θα επιστρέψουμε με χαρά και ανυπομονησία, σε αντίθεση με την σφιχτή σοβαροφάνεια της δυσκοιλιότητας. Συχνά, η ελαφρότητα ερμηνεύεται λανθασμένα ως φτήνια, είτε από προχειρότητα είτε από ανάγκη αυτό-επιβεβαίωσης. Κι έτσι καταλήγει να είναι μια παρεξηγημένη, υποτιμημένη αρετή.

Στον χώρο του κρασιού από αυτό το φαινόμενο υποφέρει το Beaujolais Nouveau.

Το Beaujolais είναι μια υπο-περιοχή της Βουργουνδίας, η πιο νότια από αυτές που συνιστούν εδάφη της, και βρίσκεται στην νοητή γραμμή που εκτείνεται από την κοιλάδα του Ροδανού προς τα βόρεια. Στην περιοχή καλλιεργείται το Gamay, σταφύλι που δίνει ερυθρά κρασιά με έντονα αρώματα και χρώματα, ηδονικό και χαρούμενο. Αν και υπάρχουν και αναγνωρισμένα crus και τα (κανονικά) κρασιά της περιοχής αντέχουν σε μια κάποια παλαίωση, είναι περισσότερη γνωστή για το nouveau της. Τόσο που ο όρος nouveau συγχέεται με το Beaujolais.

Κάθε τρίτη Πέμπτη του Νοέμβρη είναι έτοιμο το φρέσκο κρασί της χρονιάς και ξεκινά να διατίθεται προς σβέλτη κατανάλωση, κατά προτίμηση εντός των 2-3 μηνών του χειμώνα που ακολουθεί (μετά γίνεται χάλια). Ζυμώνεται με διαφορετικό τρόπο (η ζύμωση ξεκινά μέσα στις ίδιες τις ρώγες του σταφυλιού) και έτσι καταφέρνει να έχει κατά-κόκκινο χρώμα χωρίς όμως τα άλλα χαρακτηριστικά του ερυθρού κρασιού. Η κυκλοφορία γίνεται ταυτόχρονα σε όλο τον κόσμο, με αποτέλεσμα ένα παγκόσμιο πάρτυ οινόφιλων να συμβαίνει, ειδικά στις πρώτες μέρες μετά την κυκλοφορία του.

Το κρασί, στα καλύτερά του, είναι σκούρο κόκκινο, χωρίς όμως τανίνες, με γενναιόδωρα αρώματα και γεύσεις, ευχάριστο και αδιανόητα πόσιμο – κατεβαίνει πριν το καταλάβεις. Τα πιο καλοφτιαγμένα φέρουν τον όρο Beaujolais Villages, από τα βόρεια χώματα της περιοχής. Σερβίρεται κρύο και συνοδεύει κάθε είδους χειμωνιάτικους μεζέδες, τυράκια, σαλαμάκια και δεν συμμαζεύεται. Αξίζει να το δοκιμάσετε και να το γλεντήσετε, αποφύγετε όμως την απειλητικά φτηνή εκδοχή των σούπερ-μάρκετ: αν για μια φιάλη πληρώσετε κάτω από € 4, μην περιμένετε να σας δώσει χαρά. Η ζώνη των € 7,00 – 8,00 θα σας δώσει υπέροχα κρασιά που θα μοιραστείτε ευχάριστα με φίλους.

dsc01485

Εμείς πάντως τιμήσαμε την πρώτη φιάλη της χρονιάς, το βράδυ της Παρασκευής, μια μέρα μετά την κυκλοφορία του. Στην (σχεδόν γαστρο-πορνογραφική) φωτογραφία διακρίνονται:

  • Σε πρώτο πλάνο, φρέσκο κατσικίσιο τυρί, με κομματάκια ξηρού σύκου, πάνω σε φρυγανισμένο ψωμί. Πιστέψτε με, το αποτέλεσμα ήταν πέραν περιγραφής!
  • Δίπλα ακριβώς, ρεσώ αναμένα. Το φετίχ της κας Μπαμπάκη. Μη βρώσιμο – αγνοήστε το.
  • Στη δεύτερη ζώνη, κατά σειρά χοιρομέρι κρασάτο (αγορασμένο από την αλλαντοποιία Στρεμένου, στον Προυσό), τυρί Σαν Μιχάλη με λίγη ντοματούλα κα κρακεράκια πολύσπορα
  • Στο βάθος, παρέα με τις χαρτοπετσέτες, ο επίτιμος καλεσμένος της βραδιάς, μια φιάλη Beaujolais Nouveau 2008 του Georges Duboeuf (κόστος € 7,50 από το Cellier), η οποία σφαγιάσθηκε αλύπητα πριν κλείσει δύο μέρες κυκλοφορίας. Όπως της άξιζε! 😉
  • Πίσω αριστερά, με χαρακτηριστικά καρώ πυτζαμάκια, ο μπαμπακόσπορος συμμετέχει στην γιορτή μυρίζοντας τον οίνο και όχι δοκιμάζοντας. Ευτυχώς δεν τον ενθουσιάζουν τα μυστήρια τυριά – ακόμα!

Για όλα τα παραπάνω λοιπόν, μην διστάσετε και μην αργείτε. Η ευκαιρία της απόλαυσης απαιτεί να αγκαλιάσουμε όλοι μαζί την υποτιμημένη αρετή της ελαφρότητας. Στην υγειά μας!

Αφού σας λέω ότι δεν είμαι αλκοολικός!

Πριν λίγες μέρες δείπνησα σε ένα από τα ελάχιστα εστιατόρια της Αθήνας που σερβίρει παραδοσιακή κουζίνα γαλλικού μπιστρό – ίσως είναι το μοναδικό που πετυχαίνει τόσο τις αυθεντικές γεύσεις. Δεκαπέντε φιλέτα, δεκαπέντε εντρακότ, με τις ίδιες σάλτσες και μάλιστα πολύ καλοφτιαγμένες. Δεν τα πετυχαίνεις αυτά κάθε μέρα.

Καθίσαμε λοιπόν και η καλή μου έθεσε το θέμα επί τάπητος «Αποφάσισα ότι μου αρέσει το Merlot.» Έκανα ότι δεν άκουσα, αλλά εκείνη επέμεινε. Τι να κάνω κι εγώ, ο πτωχός πλην τίμιος εραστής του Pinot Noir, αποφάσισα να της κάνω το χατήρι και με τα μοσχαρίσια φιλέτα / εντρεκότ που θα έφταναν σύντομα μπροστά μας (ψημένα ακριβώς όπως τα ζητήσαμε!) να ακολουθήσω την συμβατική σοφία που λέει claret και συγκεκριμένα Merlot.

Πήραμε το Chateau Julia του Κ. Λαζαρίδη, έχοντας προηγούμενη (θετικότατη) εμπειρία από τα λευκά της σειράς. Το κρασί ήρθε και ήταν γενναιόδωρο, πλούσιο, τραγανό σχεδόν. Χαρωποί προχωρήσαμε με το γεύμα μας όταν συνειδητοποιήσαμε ότι με δυσκολία τελειώσαμε το πρώτο ποτήρι. Με το τέλος του γεύματος δεν είχαμε καν τελειώσει ένα μπουκάλι – και μιλάμε για ένα ζευγάρι ανθρώπων που συνήθως παλεύει την στάθμη και στο δεύτερο! Το χρώμα ήταν ένα αστραφτερό μαύρο, η μύτη ζεστή και ορεκτική, η επίγευση νόστιμη. Τι έφταιγε; Το βρήκα μετά από λίγο: το 14,5% αλκοόλ, να τι έφταιγε!

Το αλκοόλ είναι φυσικά αναπόσπαστο τμήμα του κρασιού, διαφορετικά θα πίναμε όλοι Ribena. Ωστόσο, δεν ξέρω τι είδους άνθρωποι αντέχουν να πιουν μισό μπουκάλι με τόση αλκοόλη μέσα του που πρέπει να χρησιμοποιείς μαχαιροπήρουνο αντί για ποτήρι! Σοβαρά τώρα, μπορεί στην πρώτη ή δεύτερη ή τρίτη γουλιά να ευχαριστιέσαι τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του κρασιού – άλλωστε, το άφθονο αλκοόλ δίνει πλούτο και στρογγυλάδα. Μετά από λίγο όμως, το στόμα κουράζεται. Ακόμα και με ένα κλασσικό κομμάτι κρέατος, η άφθονη πρωτείνη αποδεικνύεται λίγη.

Η τρέλα για υπερ-ώριμα σταφύλια έχει γεμίσει τον τόπο κρασιά με 14% και 14,5% αλκοόλ – και το όριο δεν είναι τυχαίο, καθώς από κει και πάνω αλλάζει ο συντελεστής ΦΠΑ! Η γνώμη μου; Είναι κρασιά blockbuster. Εντυπωσιάζουν με τα ειδικά εφέ τους και την πληθωρικότητά τους, αλλά τελικά κουράζουν. Δεν είναι όλα έτσι φυσικά, όμως σε τόσο υψηλό αλκόολ πρέπει και όλα τα άλλα χαρακτηριστικά (π.χ. οξύτητα) να είναι πολύ υψηλά για να ισορροπεί το τελικό αποτέλεσμα. Και αυτό είναι δύσκολο. Προτιμώ τα σεμνά 12% και 13% παρά τα αδάμαστα κτήνη που πλησιάζουν περισσότερο την περιοχή του Port παρά αυτήν του επιτραπέζιου οίνου.

Αντιγράφω από τον Alpha Wine Guide 2008: «Ένα πληθωρικό και πλήρες σύνολο που, παρά το αλκοόλ, διατηρεί την κομψότητά του» – η έμφαση δική μου. Διαφωνώ εν μέρει. Κι αυτό γιατί είναι διαφορετικό να δοκιμάζεις το κρασί σε μια διαδικασία γευσιγνωσίας και διαφορετικό να το καταναλώνεις. Μπορεί να απολαμβάνω το αλκόολ μου, αλλά – πιστέψτε με – δεν είμαι αλκοολικός. Και ναι μεν το συγκεκριμένο κρασί είχε ένα σωρό θετικά πάνω του, αλλά σε συνθήκες τραπεζιού κούραζε, και κούραζε αδικαιολόγητα.

Σχετικά θυμήθηκα κάτι που είχα διαβάσει: πριν από χρόνια είχαν ζητήσει από τον ιδιοκτήτη του Ch.Haut Brion να σχολιάσει την γνώμη των κριτικών που λέγανε ότι το Ch.Haut Brion 1982 δεν είναι τόσο καλό όσο το Ch.Latour 1982 κι αυτός απάντησε ότι τα κρασιά του τα φτιάχνει για να πίνονται μαζί με φαγητό και όχι μαζί με το Ch.Latour. Θα ήμουνα ευτυχής να το βλέπω αυτό: κρασιά που φτιάχνονται με σκοπό να καταναλωθούν από αληθινούς καταναλωτές, γύρω από ένα αληθινό τραπέζι και όχι μόνο για να εντυπωσιάσουν σε μια γευσιγνωσία λίγων γουλιών. Θα έδινε άλλη εντιμότητα στα ποτήρια μας.

To Viognier του Γεροβασιλείου

Την Παρασκευή που μας πέρασα δοκίμασα μετά από πολύ καιρό ένα κρασί για το οποίο ένιωσα σεβασμό όσο και έκπληξη για την υψηλότατων προδιαγραφών ποιότητά του, κι είπα να γράψω για αυτό. Πρόκειται για το Viognier του Γεροβασιλείου (αν ο τίτλος δεν σας είχε υποψιάσει ήδη), το οποίο, όχι τυχαία κατά την ταπεινή μου άποψη, έχει αποσπάσει βραβείο 2006 Decanter Regional Trophy (πηγή εδώ).

Το Viognier είναι μια ποικιλία για λευκά κρασία, προερχόμενο από το βόρειο τμήμα της κοιλάδας του Ροδανού. Βρίσκει την κλασσική του έκφραση στα φίνα όσο και πανάκριβα κρασιά του Condrieu και στην μικροσκοπική ονομασία προέλευσης Chateau Grillet. Τα τελευταία χρόνια καλλιεργείται και αλλού αλλά δεν έχει εξαπλωθεί όπως το Chardonnay ή άλλες λευκές ποικιλίες, λόγω της απαιτητικής του καλλιέργειας. Συνέχεια

Συγκρατημένο βαρέλι

Ήπια χθες την παλαιωμένη Νεμέα 2004 του Ρεπάνη (12 μήνες σε καινούργια δρύινα βαρέλια). Το κρασί μου άρεσε πολύ, για το κόστος του πάρα πολύ, και ήθελα να μιλήσω για την (κατά την γνώμη μου) ορθή χρήση του βαρελιού στην οινοποίηση.

Το καινούργιο βαρέλι είναι ένας δαπανηρός τρόπος επέμβασης στο κρασί, ο οποίος συνήθως ενισχύει την δυνατότητα παλαίωσης αλλά ανεβάζει και την τιμή για τον τελικό καταναλωτή. Παρόλα αυτά, η επαφή με το ξύλο δίνει στο κρασί μια χαρακτηριστική γεύση και οσμή βανίλιας, αυτομάτως ευχάριστη σχεδόν σε όλους τους ουρανίσκους. Επιπλέον, προσδίδει κύρος και σοβαρότητα σε ένα κρασί να έχει περαστεί από καιρνούργια δρύινα βαρέλια και μάλιστα υπάρχει και ολόκληρη συζήτηση για την προέλευση των βελανιδιών από τις οποίες γίνονται τα βαρέλια και πώς αυτή επηρεάζει την γεύση του κρασιού. Συνέχεια