Χρυσοί Σκούφοι ‘09

pfo87701

Υπάρχουν ορισμένα Άγια Δισκοπότηρα στη ζωή του κάθε ανθρώπου. Τα Holy Grail αντιστοιχούν σε όλα όσα αγαπά, κι όταν φτάσει να τα ζήσει ενθουσιάζεται ίσως περισσότερο με την προσμονή της εμπειρίας παρά με την εμπειρία αυτή καθ’ αυτή. Αυτός που αγαπά την οδήγηση ονειρεύεται την στιγμή που θα οδηγήσει μια Ferrari, αυτός που αγαπά τη μόδα την στιγμή που θα παρακολουθήσει live, δίπλα στο catwalk, τις καινούργιες κολεξιόν στο Μιλάνο. Οι συλλέκτες δίσκων εκστασιάζονται μπροστά στο αυθεντικό Sticky Fingers με το φερμουάρ στο εξώφυλλο κι όποιος αγαπά το σκάκι αναρωτιέται πώς θα ήταν να παίξει ενάντια στον ίδιο τον Κασπάροφ (ή μάλλον, τον Viswanathan Anand πλέον). Όσο για αυτόν που αγαπά την γαστρονομία, το Holy Grail είναι μια βραδιά στο El Buli, μια επίσκεψη στο Fat Duck ή μια φιάλη Ch.Lafite-Rotschild 1982, μοιρασμένη με τον σωστό άνθρωπο. Αν αυτά δεν είναι εφικτά, το αμέσως επόμενο που ονειρεύεται, είναι μια θέση στο τραπέζι της απονομής των Χρυσών Σκούφων. 🙂

Οι Χρυσοί Σκούφοι είναι τα ετήσια βραβεία υψηλής γαστρονομίας του περιοδικού «Αθηνόραμα» (όπως άλλωστε ξέρετε ήδη, αλλιώς πώς βρεθήκατε σε τούτο δω το ιστολόγιο?). Φέτος ήταν η 16η χρονιά απονομής τους. Για το δείπνο που ακολουθεί συνηθίζεται να έρχεται κάποιος γνωστός και πολύ-βραβευμένος σεφ από το εξωτερικό, ενώ οι θέσεις στα τραπέζια δίνονται αυστηρά με πρόσκληση. Φέτος, με αρκετή περιέργεια για το τι θα ζήσουμε και ξεχνώντας στο σπίτι φωτογραφική και σημειωματάριο, είχα την χαρά και την τιμή να συνοδεύσω την καλή μου σε ένα dinner gala που πολλοί θα ήθελαν να δουν (και – κυρίως – να γευτούν!) από κοντά.

Για να μην αναρωτιέστε για το πόθεν έσχες της πρόσκλησης, ήμουνα ένας από τους νικητές στον διαγωνισμό που έκανε φέτος το Αθηνόραμα για τους αναγνώστες του. Ο διαγωνισμός απαιτούσε να απαντήσεις σε ένα σετ αρκετά δύσκολων ερωτήσεων – πιστεύω πως πολλοί θα (έπρεπε να) αποθαρρύνθηκαν από το επίπεδο δυσκολίας. Ε, όπως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις, απάντησα, κέρδισα και πήγα (κάτι σε «veni, vidi, vici» ανακατωμένο). Κι όταν ήρθε το courier με την πρόσκληση μου πήρε αρκετές ώρες να ηρεμήσω από τον ενθουσιασμό (και να σταματήσω να ουρλιάζω). Το Holy Grail που λέγαμε παραπάνω.

Να πω ευθέως ότι η βραδιά ήταν υπέροχη. Ο Αθήναιος περιγράφει με απόλυτη ακρίβεια τον ρυθμό: allegro ma non troppo. Μπράβο στους διοργανωτές, γιατί κάτι τέτοιο εύκολα θα μπορούσε να ξεχειλώσει και να χάσει τον ρυθμό του. Ξεκινήσαμε με κάποια κοκτέϊλ ή μπύρες από τους χορηγούς, με «κρητικά tapas» δια χειρός Πέσκια να πηγαινοέρχονται: αναρωτιέμαι πόσα από τα σελέμπριτις έφαγαν το σαλιγκάρι πριν ρωτήσουν τι ήταν, χε χε χε. Και γελάω μόνο και μόνο από κακία για να κρύψω τα δικά μου ρεζίλια: γιατί εγώ δεν δοκίμασα το χωνάκι με ανθότυρο νομίζοντας ότι ήταν παγωτό! 😀

Η τελετή βράβευσης ήταν σφιχτή, λιτή and to the point. Έως χλιαρή θα έλεγα σε κάποια σημεία, αλλά (α) δεν έχω εμπειρία από ανάλογες τελετές για να μπορώ πραγματικά να συγκρίνω και (β) πρέπει να είναι ανόητος όποιος περιμένει κάθε τελετή βράβευσης να θυμίζει τα Όσκαρ. Άλλωστε, και το κοινό δεν ήταν όλο τόσο υποψιασμένο όσο θα ήθελε να πιστεύουμε… Η τελετή κράτησε λίγο παραπάνω από μία ώρα και δεν είχε μεγάλες εκπλήξεις (με εξαίρεση ίσως τους «υποβιβασμούς» Kiku και Sea you Up, που δεν τους περίμενα…). Καλύτερο εστιατόριο η Σπονδή (με βραχεία κεφαλή μπροστά από το Etrusco), καλύτερη ελληνική κουζίνα το Βαρούλκο, ψηλά επίσης στη λίστα η Hytra, τα δύο Matshuhisa, το Calypso στην Ελούντα και το Squirrel στην Χαλκιδική. Βραβείο σέρβις πήρε το Alfredo’s και βραβείο λίστας κρασιών η Σπονδή. Το νέο βραβείο value for money κέρδισε το νέο εστιατόριο του Μποτρίνι στη Θεσσαλονίκη (Art O2 Τελλόγλειο)– σημειώθηκε στα must για την πρώτη επίσκεψη στη συμπρωτεύουσα. Η πιο ενδιαφέρουσα στιγμή της τελετής ήταν πιθανότατη η prima vista υπεράσπιση των παραδοσιακών ελληνικών γεύσεων από τον κο Μαμαλάκη. Κατόπιν, περάσαμε στην αίθουσα για το δείπνο.

Εδώ ας βγάλουμε για λίγο τα κοσμικά από τη μέση για να μιλήσουμε για πιο σοβαρά πράγματα. Είδαμε κόσμο και κοσμάκη: από ηθοποιούς και τηλεπαρουσιαστές να φάνε και αι όρνιθαι – oι μάγειρες ήταν λιγότεροι, ακόμα κι αν συνυπολογίσεις και άλλους ανθρώπους «της δουλειάς», όπως τους sommelier. Λοιπόν, δεν ξέρω αν σας σοκάρω, αλλά οι περισσότερες τηλε-περσόνες δεν είναι τόσο γοητευτικοί από κοντά όσο θα ήθελαν να πιστεύουν, αντίθετα. Κάνουν μάλιστα και πολύ βαβούρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν και εξαιρέσεις – ο Νίκος Αλιάγας ας πούμε έλαμπε δίπλα στα «χρυσά κορίτσια» του ΜΕΤΑΧΑ. Είδαμε επίσης πολιτικούς (όχι πολλούς κι όχι στο κέντρο της προσοχής), δημοσιογράφους, οινοποιούς (ο κος Γεροβασιλείου για παράδειγμα ήταν παρών). Νομίζω ότι, με εξαίρεση τους αθλητές, κάθε πιθανό δείγμα αυτού που ονομάζουμε ελληνικές διασημότητες ήταν παρόν (εξ ου και οι κάμερες, πολλές κάμερες). Εμείς άλλωστε περισσότερο χαρήκαμε που είδαμε κάποιους φίλους με τους οποίους είχε τύχει να περάσει καιρός χωρίς να βρεθούμε. Τελικά, στην πραγματικότητα η βραδιά προσφερόταν ως αφορμή για να ντυθεί κανείς λίγο πιο κομψά από συνήθως και να το απολαύσει.

winkler

Όλα αυτά όμως έπαψαν να έχουν σημασία όταν άρχισαν να καταφθάνουν στο τραπέζι τα πιάτα του Heinz Winkler. Τα πιάτα (και τα κρασιά που συνόδεψαν το καθένα) τα παραθέτει αναλυτικά με φωτογραφίες η fevis εδώ. Να πω ότι τόσο η κρέμα κολοκύθας όσο και τα χτένια με ουασάμπι και παντζάρια είναι από τα νοστιμότερα και πιο τέλεια εκτελεσμένα πιάτα που έχω φάει ποτέ μου. Με αυτά και μόνο θα δικαιολογούσε απόλυτα την φήμη του ο σεφ – αλλά δεν ήταν μόνο αυτά. Ξεκινήσαμε με μια τριλογία ορεκτικών (η κρέμα αρακά-φουντουκιού ήταν τέ-λει-α), προχωρήσαμε στην κρέμα και στα χτένια και ολοκληρώσαμε με ένα κύριο που πραγματικά αναρωτιέσαι πώς το είχε κάνει: ένα εξαιρετικά ψημένο κομμάτι ελαφιού, μέσα σε ένα «σουφλέ μπαχαρικών» που είχε την υφή και την συμπεριφορά πάστας. Ιδιαίτερο πιάτο, με τα συνοδευτικά του να μην είναι στο ίδιο επίπεδο με το ελάφι. Όσον αφορά τα επιδόρπια (κρέπα με κρέμα πορτοκάλι και πούρο σοκολάτας), τα βρήκα ελαφρώς αδύναμα, σε σχέση τουλάχιστον με το υπόλοιπο μενού, αλλά στην πραγματικότητα γκρινιάζω για να γκρινιάζω. Άλλωστε, δεν τολμώ να φανταστώ τις τιτάνιες δυσκολίες που έχει η εξυπηρέτηση περίπου 350 κουβέρ, με πιάτα τέτοιου επιπέδου και μάλιστα να πρέπει να βγαίνουν ταυτόχρονα από την κουζίνα: ε, αν ξέφυγαν λίγο και σε κάποιο από τα μέρη του μενού, δεν έγινε ζημιά.

Τα κρασιά που συνόδευσαν το δείπνο ήταν κατά σειρά: Astala Μαντίνεια 2008 (Κτήμα Σπυρόπουλου) – καλό, δροσιστικά οξύ, αλλά επιμένω ότι άλλος είναι ο «βασιλιάς» της ζώνης και ο άρχων του Μοσχοφίλερου – Αβέρωφ Traminer 2008 – απολαυστικότατο και πολύ βελτιωμένο, πιστεύω ότι το δροσερό καλοκαίρι του ’08 δίνει πολλούς πόντους στα λευκά της χρονιάς – Σαντορίνη Σιγάλα 2008 – τι να πούμε για μια από τις καλύτερες Σαντορίνες που κυκλοφορούν, εκτός από μπράβο στον κο Σιγάλα και την ομάδα του – «Δύο Ελιές» 2006, Κτήμα κυρ-Γιάννη – να πω την αμαρτία μου; Δεν είναι η πρώτη φορά που το πίνω κι ενώ το θεωρώ αξιόλογο κρασί, το βρίσκω πολύ επιθετικό στις τανίνες. Αναρωτιέμαι πώς θα είναι μετά από μερικά χρόνια παλαίωσης – Σάμος Ανθεμίς για τις κρέπες – εξαιρετικό, όπως πάντα. Όσοι δεν πίνουν γλυκά κρασιά δεν ξέρουν τι χάνουν. Ένας τέλειος εσπρέσο (Hacienda San Pedro) έκλεισε το δείπνο, δίπλα σε ένα ποτήρι Macallan, που γέμισε με τα αρώματά του τον χώρο: ακόμα κι εγώ, που δεν θεωρώ ότι έχω κάποια άποψη γύρω από το ουίσκι, εντυπωσιάστηκα και αντιλήφθηκα την ποιοτική διαφορά του από τα συνηθισμένα «νερά που καίνε» που κυκλοφορούν.

Η βραδιά κύλησε όμορφα και ξεκούραστα ηδονικά. Κάτι ο ρυθμός, κάτι οι ηδονές που μας χάριζε ο Winkler, κάτι τα ποτήρια του κρασιού που κουδουνίζαν χαρούμενα, το τραπέζι έγινε σύντομα μια μεγάλη παρέα κι αφού καλύψαμε θέματα ύψιστης σημασίας (ανταπόκριση από τον αγώνα μπάσκετ του Παναθηναϊκού στη Σιένα – Βερολίνο ερχόμαστε!!!), κουτσομπολέψαμε ασύστολα, γελάσαμε με γαστρονομικές περιπέτειες του καθενός μας και φτάσαμε να διαφωνούμε έντονα για τις στυλιστικές διαφορές ανάμεσα στο λευκό Κτήμα Γεροβασιλείου και το λευκό Βιβλία Χώρα. Ε, όπως καταλαβαίνετε, το βράδυ ήταν απολαυστικό.

Όσο για την πρωτοβουλία του περιοδικού να καλέσει αναγνώστες, την βρίσκω άριστη. Όχι μόνο έδωσε την ευκαιρία σε κάποιους ανθρώπους που πραγματικά εκτιμούν το καλό να το ζήσουν (άλλωστε, αν δείτε τις ερωτήσεις που κληθήκαμε να απαντήσουμε, θα καταλάβετε ότι ουδείς αγεωμέτρητος εισήλθε μέσω του διαγωνισμού) αλλά έβαλε στο κέντρο της εικόνας και τους ανθρώπους για τους οποίους τελικά έχει τόση σημασία ένα σύστημα βραβεύσεων: τους τελικούς πελάτες. Οι ειδικοί της γεύσης ξέρουν περισσότερα και έχουν τόσες προσλαμβάνουσες για να στηρίξουν τις κριτικές τους που δεν τίθεται θέμα εξομοίωσης. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε για ποιους γίνονται όλα αυτά και ποιοι τελικά θα στηρίξουν την γαστρονομία σε εύκολα και δύσκολα. Δεν θα είναι οι τηλε-περσόνες ή οι υστερικές μοντέλες που δεν αγγίζουν το πιάτο τους. Θα είναι όσοι εξοικονομούν τα χρήματα για να πάνε δύο, τρεις, πέντε φορές τον χρόνο σε κάτι καλό – αλλά θα πάνε. Και θα πάνε κάθε χρόνο. Αν δούμε τους αναγνώστες που κερδίσαν τον διαγωνισμό σαν μια τρόπον τινά αντιπροσωπεία αυτών, των ερασιτεχνών εραστών της γαστρονομίας, η ευκαιρία που έδωσε το Αθηνόραμα για την συμμετοχή τους λαμβάνει ειδική βαρύτητα.

kouzina1180

Τα βραβεία θα τα διαβάσετε αναλυτικά στο τεύχους του Αθηνοράματος που κυκλοφορεί αυτή την εβδομάδα. Εύχομαι ολόψυχα και του χρόνου – πάντα τέτοια και καλύτερα. 🙂

ΥΓ: Εντάξει, δεν απαγορεύεται το κάπνισμα στο τραπέζι και δεν υπάγομαι σε αυτούς που θα ήθελαν να φτάσει να απαγορευτεί. Ωστόσο, για τέτοιες βραδιές, πρέπει κάποιος να εξηγήσει στους καπνιστές ότι τόσο οι δικές τους γεύσεις (ειδικά των κρασιών), όσο και των γειτόνων τους «εξαφανίζονται» πίσω από τις τουλούμπες του καπνού των τσιγάρων. Ας δείξουν λίγο υπομονή ή τουλάχιστον ας περιμένουν να μην υπάρχουν πιάτα στο τραπέζι. Μερσί.

Αναδημοσίευση: Οινικό στίγμα

Από το κυρίως blog μου, που βρίσκεται εδώ, αναδημοσιεύω το ποστ με τίτλο Οινικό στίγμα, για να καταλάβετε τι είδους κρασιά μου αρέσουν.

Από τα κατά καιρούς συμφραζόμενα στα ποστ μου έχετε σίγουρα καταλάβει ότι με ενδιαφέρει το κρασί. Μάλιστα, εδώ και χρόνια, στις παρέες μου έχω βρεθεί περίπου αυτόματα στη θέση του sommelier. Μην φανταστείτε ότι έχω τίποτα φοβερές και τρομερές γνώσεις, απλά θυμάμαι ονόματα, αρώματα και γεύσεις και έτσι έχω διαθέσιμη στην κουρούπα μου μια database πολύ πιο ενημερωμένη από του μέσου καταναλωτή. Ε, ξέρετε τι λένε, στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος, χεχεχε.

Έχω μεγάλο κόλλημα με το θέμα κρασί, πρακτικά ψύχωση. Διαβάζω, δοκιμάζω, ενημερώνομαι. Για να αντιληφθείτε το μέγεθος του βλαψίματος πρέπει να σας ενημερώσω ότι πήγα και έδωσα κατατακτήριες και πέρασα στο ΤΕΙ Οινολογίας, αφού είχα τελειώσει με Πολυτεχνείο και μεταπτυχιακό. Δυστυχώς τα ΤΕΙ είναι γεμάτα εργαστήρια και ένας εργαζόμενος δεν μπορεί να παρακολουθήσει κάτι τέτοιο. Περιμένω εναγωνίως να κερδίσω το Λόττο (το οποίο δεν παίζω) για να παρατήσω την καθημερινή εργασία και να σπουδάσω (dream on Μπαμπάκη!)

Είναι παράδοξο το πάθος μου αυτό, γιατί ο πατέρας μου πίνει περίπου ένα ποτήρι κρασί την εβδομάδα και η μητέρα μου ούτε τόσο. Κανείς στην οικογένεια δεν έπινε, με εξαίρεση τον ένα παππού μου (που ζούσε όμως στο χωριό και έπινε κυριολεκτικά ό,τι έβρισκε μπροστά του) και ένα θείο μου γεωπόνο, που εκδηλώθηκε…αργότερα. Πρωτοπόρος ο δικός σας! Πάντως, ξέρω ότι οι ψυχολόγοι λένε πως ο μηχανισμός με τον οποίο «επιλέγουμε» τις αναμνήσεις μας δείχνει πολλά για τον χαρακτήρα και τις προτεραιότητές μας. Εμένα λοιπόν μια από τις πιο έντονες παιδικές μου αναμνήσεις είναι μια εκδρομή που είχαμε κάνει με το δημοτικό στο οινοποιείο του Καμπά στα Μεσόγεια. Θυμάμαι πολύ ξεκάθαρα τις δεξαμενές, τον μούστο που μας έδειξαν, τον χώρο. Δεν ξέρω αν από αυτή την επίσκεψη ξεκίνησε το κόλλημά μου με το κρασί (ή με την χημική βιομηχανία) αλλά πάντως και τα δύο τα έχω να με ταλανίζουν.

Ενθουσιάζομαι με το εύρος και την ποικιλομορφία της απόλαυσης που παρέχει το κρασί. Η όψη, το άρωμα και η γεύση μπορούν να προέρχονται από δεκάδες διαφορετικούς παράγοντες και το πώς θα τα ταιριάξεις με το φαγητό και όχι μόνο σου δίνουν και άλλους συνδυασμούς. Γιατί το κρασί πρέπει πρώτα από όλα να το προσεγγίσεις σαν κάτι απλό και καθημερινό και μετά να το διαλέξεις και με βάση το ποιοι θα το πιούνε και υπό ποιες συνθήκες. Οι πετυχημένες επιλογές μπορούν να απογειώσουν πραγματικά μια βραδιά. Και μόνο το ότι κάποιοι άνθρωποι σε ένα μακρινό μέρος του κόσμου πριν από μερικά χρόνια δούλεψαν για αυτό που θα απολαύσεις εσύ τώρα, είναι συναρπαστικό.

Από κει και πέρα βέβαια όλα είναι θέμα προσωπικού γούστου. Δεν έχει σημασία ποιο κρασί είναι γενικά καλό αλλά ποιο σου αρέσει εσένα. Προσωπικά, προτιμώ την φινέτσα από την δύναμη και την πολυπλοκότητα από τον εντυπωσιασμό. Δεν θέλω κόλπα που κρύβουν την γεύση της ποικιλίας και της περιοχής (οπότε δεν μου αρέσει το έντονο βαρέλι στη γεύση) και δεν εκτιμώ τους κτηνώδεις βαθμούς αλκοόλ που απλώς κάνουν θόρυβο. Θέλω την φρεσκάδα και τα αρώματα, αλλά δεν μου αρκούν αν κάθονται πάνω σε ένα πλαδαρό υγρό. Και γενικά προτιμώ τα τοπικά κρασιά με τα τοπικά πιάτα και με ενδιαφέρει να δοκιμάζω διαφορετικά πράγματα.

Χοντρά – χοντρά, έμαθα να πίνω κρασί με Νάουσα. Πριν από περίπου 15 χρόνια, ο κόσμος που ήθελε να εντυπωσιάσει το ραντεβού του παράγγελνε ακόμα στα εστιατόρια ροζέ Αγιορείτικο Τσάνταλη  Το μόνο σοβαρό κρασί που έβρισκες ευρέως ήταν το Gran Reserva του Μπουτάρη, το οποίο παραμένει η επιτομή της Νάουσας για μένα (αν και υπάρχουν καλύτερες Νάουσες στην αγορά: πρώτη και καλύτερη η Ράμνιστα, και από κοντά ο Μελιτζανής ας πούμε). Ο Παπαϊωάννου είχε μόλις αρχίσει να ακούγεται και υπήρχε κόσμος που νόμιζε ότι το Cabernet Sauvignon είναι μείγμα από δύο ποικιλίες.

Σήμερα βέβαια το κρασί έχει γίνει κι αυτό status symbol και ο κάθε τυχάρπαστος νομίζει ότι έπιασε τον ταύρο από τα @ρχίδι@ επειδή έτυχε και είδε στο σινεμά το Sideways. Γκρουμφ! Τουλάχιστον, εξακολουθώ να απολαμβάνω το Ξυνόμαυρο σε πολύ καλύτερες εμφιαλώσεις, είτε μόνο του είτε σε blends (Κτήμα Γιαννακοχώρι rulez λέμε). Επίσης, πιστεύω ότι η Νεμέα, μέσα στον ωκεανό κρασιού που παράγει, βγάζει κάποια πολύ λαχταριστά πράγματα. Να αναφέρω εδώ την Γαία Οινοποιητική, τον Σκούρα, το Κτήμα Δρυόπη του Τσέλεπου, ενώ σας διαβεβαιώ ότι θα σας στείλει αδιάβαστους το Μικροκλίμα του Παπαϊωάννου (ακριβούλι). Η γειτονική Μαντίνεια έχει επίσης το ενδιαφέρον της, με Τσέλεπο και Αντωνόπουλο να κλέβουν την παράσταση: φινετσάτο λευκό, ό,τι πιο κοντινό έχουμε στην Αλσατία, αν και σαφώς πιο όξινο. Μιας και είπα για Αντωνόπουλο, να πιείτε το Chardonnay του, είναι ό,τι πιο κοντινό σε Βουργουνδία μπορείτε να δοκιμάσετε για τα λεφτά που κοστίζει. Περιοχή πραγματικά μοναδική στην Ελλάδα είναι η Σαντορίνη, τόσο για τα υπέροχα και ιδιαίτερα ξηρά λευκά της όσο και για το αμαρτωλά γλυκό Βινσάντο (παλαιωμένο αξίζει όσα λεφτά κι αν σας ζητήσουν για αυτό). Θεωρώ ότι τρομερό δυναμικό έχει η Ραψάνη καθώς και η Ζίτσα, αλλά και κάποια νησιά όπως η Ικαρία ή η Χίος που δεν έχουν ΟΠΑΠ αλλά ιστορικά παρήγαγαν εξαιρετικά κρασιά επί αιώνες. Να αναφέρω επίσης εκτός ΟΠΑΠ δύο παραγωγούς που εκτιμώ ιδιαίτερα, τον Γεροβασιλείου και τον Μούντριχα (Κτήμα Αβαντίς). Ο δεύτερος μάλιστα με εντυπωσίασε με το Sauvignon Blanc του, γιατί είναι μια ποικιλία που γενικά δεν μου αρέσει, ενώ το δικό του ήταν μια έκρηξη δροσιάς και απόλαυσης.

Όσο για τις λεγόμενες διεθνείς ποικιλίες, όπως καταλάβατε και από παραπάνω, δεν είμαι άνθρωπος του Cabernet ή (πολύ περισσότερο) του Merlot. Δεν το παίζω ανώτερος ως προς το Bordeaux, αντιθέτως, αλλά την πλημμύρα πανομοιότυπων αδιάφορων κρασιών που παράγονται όπου τύχει στον πλανήτη την αποφεύγω. Οι αγαπημένες μου ποικιλίες είναι οι Pinot Noir και Syrah: πιστεύω ας πούμε ότι ένα καλό Chambolle – Musigny είναι ίσως η μοναδική απόλαυση που μπορεί να συγκριθεί ευθέως με το σεξ, ενώ ένα Grand Cru της περιοχής σε πολύ καλή χρονιά θα κερδίσει την σύγκριση!. Δεν λέω ποτέ όχι σε κλασικά, παλαιομοδίτικα ατσάλινα Chardonnay (από το Chablis κατά προτίμηση) ή Riesling. Μου αρέσουν πολύ τα κρασιά από St-Joseph, Rioja, Barolo, Brunello di Montalcino (εντάξει, δεν έχω πιει και χιλιάδες μπουκάλια από δαύτα), καθώς και τα Tawny Port. Εκτιμώ την Χιλή και την Αυστραλία, αλλά εκνευρίζομαι με τα έντονα, κτηνώδη κρασιά που μερικές φορές φτιάχνονται εκτός Ευρώπης, με στόχο τον εντυπωσιασμό και όχι την απόλαυση. Παρεμπιπτόντως, μέτραγα τις προάλλες τις χώρες από τις οποίες έχω δοκιμάσει κρασί και έφτασα αισίως τις 19, από τις οποίες ορισμένες είναι αρκετά ξεκούδουνες επιλογές.

Όλα τα παραπάνω είναι μια ασύνταχτη και αναρχοαυτόνομη (και σύντομη!) παρουσίαση της σχέσης μου με το κρασί. Πίνω κρασί σχεδόν σε κάθε γεύμα μου στο σπίτι και προσπαθώ να εμβαθύνω στην απόλαυσή του προσεγγίζοντάς το με κάποιες επιπλέον πληροφορίες. Ωστόσο, δεν πρόκειται να σταθώ ποτέ στα πρέπει και στα must της βιβλιογραφίας. Το κρασί είναι πρώτα από όλα διατροφική αναγκαιότητα και αφορμή για από κοινού απόλαυση με φίλους. Και τα δύο αυτά πρέπει να είναι πάντοτε απενεχοποιημένα και απολαυστικά. Η πολύ ανάλυση ξεφτιλίζει την απόλαυση, οπότε λέω να το κόψω εδώ. Άλλωστε, με τα παραπάνω έχετε κάποιες ιδέες ώστε (α) να δοκιμάσετε κάποια πράγματα και (β) να ξέρετε τι είδους δώρα θα σας εξασφαλίσουν μια θέση στην καρδιά μου – χαχαχαχαχα

Άντε, στην υγειά μας!

ΥΓ: Όλο αυτό το παραλήρημα ξεκίνησε με αφορμή ένα ποστ της Τρολ, εδώ.