Κάθετες Ράμνιστες (και σούπες οριζόντιες)

Μέσα στις γιορτές, οργάνωσα λίγο την πτωχή πλην τίμια κάβα μου και διαπίστωσα ότι, χωρίς να το έχω σχεδιάσει, είχα βρεθεί κάτοχος τριών διαφορετικών τρύγων του ίδιου κρασιού. Συγκεκριμένα, της Ράμνιστας, της Νάουσας του κυρ-Γιάννη και των τρύγων του 2005, 2003 και 2000. Επιπλέον, σε μια επίσκεψη στον Ανθίδη, πέτυχα κι άλλες δύο χρονιές (2004 και 1999), οπότε το project είχε ήδη σχηματιστεί στο μυαλό μου: αυτό άξιζε να γίνει αφορμή για μία βραδιά κάθετης γευσιγνωσίας, με λίγους φίλους που έχουν κι αυτοί το μεράκι του κρασιού. Έτσι κι αλλιώς, η πραγματική απόλαυση στο κρασί είναι να το μοιράζεσαι με ανθρώπους που «πάσχουν» από το ίδιο μεράκι. Οι υποψήφιοι ήταν ήδη σεσημασμένοι, και τους βρίσκετε και στην μπλογκόσφαιρα (συγκεκριμένα εδώ κι εδώ).

Κάθετη ονομάζεται μία δοκιμή όταν περιλαμβάνει πολλές διαφορετικές χρονιές από το ίδιο κρασί. Οι δοκιμαστές μπορούν να εκτιμήσουν την εξέλιξη του κρασιού και τις διαφορές από τρύγο σε τρύγο. Αντίστοιχα, η οριζόντια δοκιμή περιλαμβάνει κρασιά της ίδιας εσοδείας και με κάποιο κοινό χαρακτηριστικό – π.χ. από την ίδια περιοχή ή από την ίδια ποικιλία.

Ήθελα φυσικά να παίξουμε με τους τρύγους κι όχι απλά να τους δοκιμάσουμε. Έτσι, καταλήξαμε σε ένα μενού με πολλά, διαφορετικά «κύρια» πιάτα – μπουκίτσες αν χρειαζόταν – προκειμένου να υποστηρίξουμε τις διαφορετικές Νάουσες. Ξεκινά η λίστα: παϊδάκια αρνίσια (αρκετά εκ των οποίων μισο-ψημένα), μπριζολάκια χοιρινά μαριναρισμένα (με τη μυστική μαρινάδα του σεφ), πατάτες φούρνου, πρασο-κιμαδόπιτα, ναουσσιώτικα πιτάκια με πιπεριές Φλωρίνης και τυρί (courtesy of Food Junkie) και μια ανάμεικτη πράσινη σαλάτα με μανιτάρια και ροζ πιπέρι (ουφ, τέλειωσε, εντάξει!). Όλα αυτά βγήκαν μαζί, ώστε ο καθένας να μπορεί να δοκιμάσει από το πιάτο του διαφορετικές μπουκιές με διαφορετικούς τρύγους.

salataweb

Σαλάτα με μανιτάρια και ροζ πιπέρι

kreasweb

Ποικιλία ψητών κρεάτων (ορισμένα με το αιματάκι τους, σχεδόν να βελάζουν…)

Δεν ήθελα όμως να μην φτάσουμε χορτάτοι στα κύρια. Για όσο περιμέναμε, δύο είδη αλμυρά ταρτάκια δίπλα στο αφρώδες (επίσης από Ξινόμαυρο) ήταν εντάξει, αλλά χρειαζόταν κάτι ιδιαίτερο για τον ρόλο των πρώτων, τέτοιο που να μην «διαταράξει» την ισορροπία και την ροή ενός γεύματος αλλά να μας αφήσει κι ανάλαφρους. Η λύση ήρθε περίπου ως επιφοίτηση: θα σερβίριζα τρεις διαφορετικές σούπες για το σύνολο των πρώτων. Δοκιμάστηκε, με μεγάλη επιτυχία, και το προτείνω ανεπιφύλακτα και για τα τραπέζια σας. Ναι λοιπόν, οι σούπες ήταν σούπερ (ήταν από τα πιο άθλια λογοπαίγνια που μπορούσα να γράψω, το παραδέχομαι).

Όσο για τα αποτελέσματα της βραδιάς; Στα μεν πρόσωπα ήταν κολακευτικά εορταστικά: αν κάτι αξίζει να μάθουμε ξανά από αυτή την διαβόητη κρίση (είτε σαν γεγονός, είτε σαν αφορμή), είναι το πόσο όμορφα νιώθεις να δέχεσαι διαλεχτούς φίλους στο σπίτι και να τους «κακομαθαίνεις» όσο μπορείς.

dsc01577

Οι νύφες της βραδιάς

Στα δε ποτήρια η ετυμηγορία ήταν περίπου κοινή: με την αλλαγή του κλίματος αρχίζει να χάνεται η τυπικότητα σε ορισμένες ΟΠΑΠ. Επίσης, είναι εντυπωσιακή η άνοδος στον αλκοολικό βαθμό: 1,5 βαθμός μέσα σε 6 χρόνια. Αυτό είναι στοιχείο προβληματισμού για την κλιματική αλλαγή και το πώς επηρεάζει την ωριμότητα των σταφυλιών. Οι πιο πρόσφατοι τρύγοι (2005 και 2004) σχεδόν δεν είχαν χαρακτήρα Νάουσας κι ενδεχομένως, ειδικά για το 2005, ήταν δύσκολο να αναγνωρίσεις το Ξινόμαυρο. Το βαρέλι κυριαρχούσε, αλλά ήταν και νωρίς για να μετριαστεί η επήρειά του. Αντίθετα, 2000 και 1999 ήταν πολύ πιο τυπικές χρονιές, ξεκάθαρα Νάουσες, με κεραμιδί αποχρώσεις στο σκούρο χρώμα τους και τα χαρακτηριστικά αρώματα ντομάτας (λιαστή για το 2000, κέτσαπ για το 1999). Όμορφες, ευγενικές τανίνες και ιδανική οξύτητα για δίπλα στο φαγητό (πιο τονισμένη στο 1999, που έτσι κι αλλιώς ήταν το πιο άρτιο κρασί της συλλογής). Έδειχναν να έχουν ακόμα ζωή κι εξέλιξη μπροστά τους, ειδικά το 1999. Τέλος, το 2003 ήταν μια πολύ ιδιαίτερη χρονιά. Με ένα από τα πιο ζεστά καλοκαίρια που θυμάμαι, το κρασί ήταν γοητευτικό κι ανέφελο, ευχάριστο στο στόμα και χαρωπό, αλλά ήδη έδειχνε να πλησιάζει τις αντοχές του – δεν έχει πολλά χρόνια ακόμα μπροστά του. Με μια ανέμελη γενναιοδωρία σκορπάει την απόλαυσή του γρήγορα. Θα τολμήσω μια παρομοίωση: αν οι άλλοι τρύγοι ήταν μια οικογένεια οικονομολόγων και τραπεζιτών, το 2003 είναι αυτός που πήγε και σπούδασε σκηνογράφος και τώρα έχει πάει εθελοντής στον Αμαζόνιο για να σώσει κάποιο σπάνιο είδος ακρίδας. 🙂

Παράλληλες ματιές (και…αντίστοιχη κάλυψη) για την βραδιά μπορείτε να βρείτε στα blog των συνδαιτυμόνων, εδώ (με πλήρη κάλυψη του ε-ντυ-πω-σια-κό-τα-του dessert) και εδώ (με πλήρη κάλυψη των εξαιρετικών τυριών).

Ακολουθούν οι τρεις σούπες και οι συνταγές τους. Όλες είναι υπολογισμένες για 6 μερίδες περίπου και απαιτούν σπιτικούς ζωμούς (για τους οποίους θα κάνω προσεχώς κάποια λεπτομερή ανάρτηση, επειδή έχουν ιδιαίτερη σημασία).

dsc01576

Περιμένοντας τις σούπες

Βιεννέζικη πατατόσουπα, με καρότο, σκόρδο κονφί και θυμάρι (Σούπα α’)

Υπέροχα βελουτέ, χωρίς κρέμες, από τον «Γαστρονόμο» του Φεβρουαρίου

Υλικά:

500 gr πατάτες, ξεφλουδισμένες και κομμένες σε μικρούς κύβους
400 gr καρότα, ξεφλουδισμένα και κομμένα σε λεπτές ροδέλες
1 μέτριο κεφάλι σκόρδο, κονφί
2-3 κτσ ελαιόλαδο
1 μέτριο κρεμμύδι, ψιλοκομμένο
1,5 lt ζωμός κοτόπουλου
1 κτσ φυλλαράκια φρέσκου θυμαριού. Αν δεν έχουμε φρέσκο, βάζουμε μια γενναία πρέζα ξερό και προσθέτουμε και μισό ματσάκι μαϊντανό, ψιλοκομμένο
1 κεσεδάκι στραγγιστό γιαούρτι

Εκτέλεση:

1.    Φτιάχνουμε το κονφί του σκόρδου. Αυτό το βήμα είναι καλύτερα να γίνει από την προηγούμενη μέρα. Το κονφί είναι ωραίο πράγμα, με γλυκύτερη και πιο πλούσια γεύση από το ωμό. Ταιριάζει σε πολλά πιάτα (π.χ. σε χοιρινό). Για να το κάνουμε, ξεχωρίζουμε τις σκελίδες, χωρίς να τις ξεφλουδίσουμε. Τις μαζεύουμε σε ένα σωρό, πάνω σε ένα κομμάτι αλουμινόχαρτο. Προσθέτουμε 2 κτσ λάδι, ελάχιστο χοντρό αλάτι κι ένα κλωναράκι θυμάρι και κλείνουμε το πακετάκι. Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο για 30 λεπτά, κουνώντας το πακετάκι κάθε 10 λεπτά για ομοιόμορφο ψήσιμο. Βγάζουμε, αφήνουμε να κρυώσουν, ξεφλουδίζουμε και κρατάμε την σάρκα του σκόρδου.
2.    Σοτάρουμε σε μια μεγάλη κατσαρόλα το κρεμμύδι στο λάδι. Μόλις μαραθεί, προσθέτουμε την μαλακή σάρκα του σκόρδου, τις πατάτες και τα καρότα. Μαγειρεύουμε για 2-3 λεπτά, ανακατεύοντας με ξύλινη κουτάλα. Κατόπιν, προσθέτουμε τον ζωμό κι αφήνουμε να βράσει σε χαμηλή φωτιά για 30 λεπτά περίπου.
3.    Κατεβάζουμε από την φωτιά και περνάμε το περιεχόμενο της κατσαρόλας από το μπλέντερ σε δόσεις. Ξαναβάζουμε την πολτοποιημένη σούπα σε χαμηλή φωτιά, προσθέτουμε το θυμάρι (ή και τον μαϊντανό) και την διατηρούμε ζεστή.
4.    Στο σερβίρισμα, βάζουμε μια κουταλιά της σούπας γιαούρτι στο κέντρο κάθε πιάτου και προσθέτουμε την σούπα.

Σούπα με ακτινίδιο και καβούρι (Σούπα β’)

Μια νοστιμότατη συνταγή του Λευτέρη Λαζάρου

Υλικά:

Ελαιόλαδο (200 ml)
2 μεγάλα κρεμμύδια ξερά, ψιλοκομμένα
Ακτινίδια (1 kg), καθαρισμένα και κομμένα στα τέσσερα
Ζωμός λαχανικών (600 ml)
Ζωμός ψαριού (1 lt)
1 ματσάκι μάραθος, καθαρισμένος και ψιλοκομμένος
Κρέμα γάλακτος (400 ml)
Καβούρι (1 κονσέρβα αληθινή σάρκα καβουριού), καθαρισμένο και στραγγισμένο
Βούτυρο (2 κουταλιές)
Αλάτι, πιπέρι

Εκτέλεση:

1.    Σε μια κατσαρόλα σοτάρουμε τα κρεμμύδια στο ελαιόλαδο και προσθέτουμε τα ακτινίδια. Ρίχνουμε το ζωμό λαχανικών και το ζωμό ψαριού. Τα αφήνουμε να βράσουν για 15 λεπτά και προσθέτουμε το μάραθο. Συνεχίζουμε το βράσιμο για άλλα 5 λεπτά.
2.    Πολτοποιούμε, φιλτράρουμε και ξαναβάζουμε την σούπα στην κατσαρόλα. Διατηρούμε την σούπα ζεστή. Λίγο πριν σερβίρουμε, προσθέτουμε την κρέμα γάλακτος κι ελέγχουμε για αλάτι και πιπέρι.
3.    Σε τηγάνι τεφάλ ρίχνουμε το καβούρι και το βούτυρο. Σοτάρουμε για 2-3 λεπτά.
4.    Μοιράζουμε το καβούρι στα πιάτα και από πάνω σερβίρουμε τη σούπα.

Αμυγδαλόσουπα (Σούπα γ’)

Πρόκειται για μια όμορφη, πλούσια συνταγή, από ένα βιβλίο μαγειρικής του 17ου αιώνα, μια εποχή που τα αμύγδαλα ήταν πολύ δημοφιλή. Αποκτά το χρώμα του φίλντισι και δείχνει πολύ εντυπωσιακή. Κατά γενική ομολογία ωστόσο, ήταν η κατώτερη από τις τρεις.

Υλικά:

120 gr αμύγδαλα, αλεσμένα (πάρτε αμυγδαλόψιχα και περάστε τη από το μούλτι)
Ζωμός κοτόπουλου (1.250 ml)
Κρέμα γάλακτος (150 gr)
2 κρόκους αυγών
Αλάτι, λευκό πιπέρι
1 χούφτα ψιλοκομμένα τσάϊβ (aka σχοινόπρασο) ή 1 κτγ ξηρό (προαιρετικό)

Εκτέλεση:

1.    Βάζουμε τα αμύγδαλα σε ένα μπωλ και προσθέτουμε σταδιακά 200 – 300 ml ζωμό, δουλεύοντας το μείγμα με κουτάλι ή γουδοχέρι ώστε να γίνει λείο. Μια καλή λύση εδώ είναι και τα μίξερ χειρός (αυτά που δείχνουν σαν μπαστούνια). Βάζουμε το μείγμα μαζί με τον υπόλοιπο ζωμό σε μια κατσαρόλα, ανακατεύουμε, ελέγχουμε για αλάτι και πιπέρι και το αφήνουμε να σιγοβράσει (για περίπου 30 λεπτά).
2.    Λίγο πριν το σερβίρισμα, χτυπάμε την κρέμα γάλακτος με τους κρόκους σε ένα μπολ, ρίχνουμε μέσα 2-3 κουταλιές σούπας και συνεχίζουμε το χτύπημα. Βγάζουμε τη σούπα από την φωτιά και προσθέτουμε το μείγμα. Ανακατεύουμε. Μπορούμε να την ζεστάνουμε για να πήξει λίγο, αλλά δεν θέλουμε πια να βράσει έντονα. Αν θέλουμε, τώρα ρίχνουμε και την γαρνιτούρα του σχοινόπρασσου (προσωπικά είμαι υπέρ, δίνει ελκυστικότατη μυρωδιά).

Καλή επιτυχία εύχομαι! 🙂

Advertisements

12 comments on “Κάθετες Ράμνιστες (και σούπες οριζόντιες)

  1. Ο/Η Kostis λέει:

    «..με την αλλαγή του κλίματος αρχίζει να χάνεται η τυπικότητα σε ορισμένες ΟΠΑΠ»

    Χαίρομαι που διαπιστώνετε την ολοένα και αυξανόμενη έλλειψη τυπικότητας σε ορισμένες ΟΠΑΠ αλλά η αλλαγή του κλίματος έχει μικρό μερίδιο ευθύνης γι’αυτό!

    Για το κτήμα Κυρ-Γιάννη μην ξεχνάτε επίσης και κάτι άλλο που παίζει ρόλο στο χαρακτήρα κάθε κρασιού. Από το 2002 και μετά οι οινοποιήσεις γίνονταν κάθε χρόνο από διαφορετικό οινολόγο έως το 2005 όπου γίνονται σταθερά από το ίδιο άτομο.

    Ενδιαφέρουσα δοκιμή πάντως. Εγώ προσωπικά δεν έχω πιει ποτέ μου Ράμνιστα του 1999 και έχω την εντύπωση πως το ’99 είναι γενικότερα δυσεύρετη χρονιά για Νάουσες.

  2. Ο/Η Kostas P. λέει:

    Θα συμφωνήσω με τον Κωστή. Μάλιστα στα τελευταία Βοροινά είχα και μια σχετική συζήτηση με τους ανθρώπους του κτήματος καθότι ειλικρινά απογοητεύτηκα από την τελευταία Ράμνιστα. Μόλις «διαμαρτυρήθηκα» για το έντονο αλκοόλ και την ατυπικότητα έσπευσαν να το ρίξουν και αυτοί στην αλλαγή του κλίματος. Βέβαια με την κουβέντα προέκυψε ότι είναι περισσότερο αλλαγή πλεύσης του οινοποιείου ως προς τις οινοποιήσεις και το χαρακτήρα του κρασιού κατί που νομίζω ότι σιγά σιγά διαφαίνεται και στις υπόλοιπες ετικέτες.

  3. […] λοιπόν ξεκίνησε από τούτο το μπλογκ και ένα σχόλιο του Mpampaki. Έτσι, οργανώθηκε το πρωτο δείπνο οινο-γευσιγνωσίας […]

  4. Ο/Η mpampakis λέει:

    Χμ, ανοίγει ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα.
    Η αναφορά μου στο κλίμα είναι υπόθεση και όχι απόδειξη φυσικά. Έχω την αίσθηση ότι η φαινολική ωριμότητα στην οποία φτάνουν αρκετές ερυθρές ποικιλίες στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει ξεφύγει. Από την άλλη, πάντα πίστευα ότι το πρόβλημα αυτό το έχουν οι εισαγόμενες ποικιλίες (και ειδικά οι μπορντολέζικες) κι όχι οι ελληνικές…. Προβληματίζομαι.

    Δεν θυμόμουνα την αλλαγή οινοποιού, αλλά είναι κι αυτή μια πιθανή . Σίγουρα με κάνουν να ανησυχώ αντίστοιχα και κάποια άλλα κρασιά του κτήματος (όπως οι Δύο Ελιές, που έλεγα και στο προηγούμενο ποστ).

    Πάντως, είναι πρόβλημα. Το 2005 ειδικά δεν φαινόταν ότι είναι από Ξινόμαυρο με τί-πο-τα. Να εξομολογηθώ ότι ένιωσα απογοήτευση. Ελπίζω ότι η περιοχή, η αγαπημένη μου (μας) Νάουσας δεν θα αρχίσει να απομακρύνεται από τα αρώματα και τις γεύσεις που ξέραμε… Κωστή, είσαι και πιο «μέσα στα πράγματα», αν έχεις επιπλέον ενημέρωση θα την εκτιμούσα.

  5. Ο/Η Kostas P. λέει:

    Να προσθέσω και το γεγονός ότι με την ταπεινή μου αλλά και όσο να ‘ναι απαίδευτη γλώσσα δεν έχω παρατηρήσει τόσο μεγάλες διαφορές -ούτε ονομαστικές στο αλκοόλ ούτε και γευστικές- στους άλλους καταξιωμένους παραγωγούς της ζώνης (Φουντής, Χρυσοχόος κλπ.). Αν ήταν το κλίμα π.χ., δεν θα «ανέβαινε» ο αλκοολικό τίτλος σε όλη τη ζώνη; Κωστή τα φώτα σου!!

    (Με τούτα και με κείνα πάντως παραμένω ορκισμένος φαν του Αμύνταιου)

  6. Ο/Η Πάνος λέει:

    Μετά την εμβριθή πρωινή ανάγνωση ΑΥΤΟΥ του ποστ, αναρωτιέμαι πως θα πάει σήμερα η μέρα μου.. 🙂

  7. Ο/Η Ted Lelekas λέει:

    Μπαμπάκη, επ’ ευκαιρία ευχαριστούμε για την εξαιρετική βραδιά και επιφυλασσόμεθα για την επόμενη στο σπίτι μας – μόνο ν’ ανοίξει λίγο ακόμα ο καιρός, για να παίξει δυνατά ο παράγοντας «βεράντα»…

    Στο θέμα του αλκοόλ, τώρα, συμφωνώ ότι ο παραγωγός – και ειδικά ένα μεγάλο οινοποιείο – δεν είναι (πάντα) έρμαιο του καιρού, καθώς πολλά από τα «δεινά» μιας ζεστής χρονιάς μπορούν να προβλεφθούν ή και να αποφευχθούν. Δεν πρέπει όμως, από την άλλη, να περιφρονούμε την σημασία και τις συνέπειες των κλιματολογικών αλλαγών, καθώς έχουν «δείξει τα δόντια τους» σε όλο τον πλανήτη, και όχι μόνο στη χώρα μας.

    Για το θέμα της αλλαγής των οινολόγων ούτε εγώ το ήξερα, δεν μπορώ να φανταστώ όμως ότι παίζει πρωταρχικό ρόλο στην γραμμή πλεύσης του εν λόγω οινοποιείου, ειδικά όταν στο τιμόνι υπάρχει ο Κυρ-Γιάννης και (πιο πρόσφατα) ο Στέλιος ο Μπουτάρης.

    Τέλος, συμπτωματικά κοιτάζω τα κρασιά της περιοχής που άνοιξα στα τελευταία μου σεμινάρια: Οι τελευταίες χρονιές του Φουντή, μιας και τον αναφέραμε, έχουν ως εξής: Νάουσα ΟΠΑΠ 2003 – 12% abv, Νάουσα ΟΠΑΠ 2004 – 13% abv. Θα έχω το νου μου και στις επόμενες χρονιές όταν ανοιχτώ και θα επανέλθω…

  8. Ο/Η Kostis λέει:

    Ο κυρ Γιάννης δεν ασχολείται πλέον πολύ με τις οινοποιήσεις και ο Στέλιος ασχολείται κυρίως με το οικονομικό κομμάτι της επιχείρησης. Σίγουρα αυτοί είναι που δίνουν την κύρια κατεύθυνση αλλά υπάρχει ξεχωριστή ομάδα που κάνει τις οινοποιήσεις και η οποία μπορεί να πάρει πρωτοβουλίες.

    Δεν απορρίπτουμε σε καμία περίπτωση τον ρόλο της κλιματικής αλλαγής αλλά όταν ένα Ξινόμαρο θυμίζει Syrah ή Merlot νομίζω πως δεν πρέπει να ρίξουμε αποκλειστικά εκεί την ευθύνη! (δεν μιλάω συγκεκριμένα για το οινοποιείο που αναφέραμε).

    Απ’όσο θυμάμαι, τις τελευταίες 9 σοδειές ο Παλιοκαλιάς κυμαίνεται μεταξύ 12,5% και 13%.

    Σε αντίθεη με το Μερλότ ή άλλες ποικιλίες που κάνουν άλματα στην ωρίμανσή τους και πολλές φορές χάνεται ο έλεγχος, το Ξινόμαυρο έχει ομαλή και όψιμη ωρίμανση και μπορούμε πιο εύκολα να πετύχουμε την επιθυμητή ημερομηνία τρύγου.

  9. Ο/Η mpampakis λέει:

    Νομίζω πως, αν βγαίνει ένα συμπέρασμα από την συζήτηση, είναι ότι και άλλοι έχουν διαπιστώσει την διαφοροποίηση στα τελευταία έτη που είδαμε κι εμείς στη Ράμνιστα εκείνο το βράδυ. Το δύσκολο είναι να διευκρινίσεις πού οφείλεται ή μάλλον να διευκρινήσεις κατά πόσο οφείλεται στον καθένα από τους παράγοντες που την προξένησαν. Σίγουρα παίζουν ρόλο όλα όσα αναφέρθηκαν, κι ίσως και άλλα που δεν διατυπώθηκαν ξεκάθαρα.

    Το βέβαιο για μένα είναι πως, αν η Ράμνιστα έχει επιλεγεί να ακολουθήσει αυτή την «μεταμόρφωση» που διαπιστώσαμε, τότε χάνει (πολύ) σε τυπικότητα, χάνει από τον χαρακτήρα που είχε και που την έκανε μπροστάρη της ζώνης. Παραμένει ένα καλοφτιαγμένο κρασί, που θα αρέσει πολύ σε ορισμένους. Δεν παραμένει όμως Νάουσα (τουλάχιστον όχι σε σχέση με αυτό που έχω προσωπικά στο μυαλό μου). Ελπίζω να αντιστραφεί η τάση, όχι μόνο επειδή είναι ένα κρασί που αγαπώ αλλά και επειδή λυπάμαι όταν εντοπίζω τέτοιες τάσεις στον χώρο του κρασιού.

    @Πάνος:
    Τι να σου κάνω; Να είσαι πιο συχνά Αθήνα! 😉

    @Ted:
    Παρακαλώ, ήταν υπέροχη βραδιά και για μας και την ευχαριστηθήκαμε πολύ. Πάντα τέτοια να έχουμε! 🙂

    Εύχομαι ολόψυχα Καλή Ανάσταση σε όλους!!!

  10. Ο/Η Vegan λέει:

    «Ποικιλία ψητών κρεάτων (ορισμένα με το αιματάκι τους, σχεδόν να βελάζουν…)»

    Κανίβαλε, τράβα σε καμιά σπηλιά να ζήσεις που θες και αίμα. Εντελως σχοιζοφρένεια να λεγόμαστε πολιτισμένοι και να στολίζουμε ένα τραπέζι με πτώματα τα οποία ακόμα στάζουν αίμα…

  11. Ο/Η Alex Sakkas (@AlexSakkas) λέει:

    Υπερβολικά αργά ανακάλυψα αυτή τη συζήτηση–Δεκαπενταύγουστο του 2011,πρωί–και στενοχωριέμαι που κανείς δεν λέει τα πράγματα με το όνομα τους:ότι δηλαδή—η πορεία και η εξέλιξη ΟΛΩΝ των κρασιών «Κυρ-Γιάννη» το δείχνει–πρόκειται για μία ξεκάθαρη και εσκεμμένη απόφαση/αλλαγή πλεύσης των υπευθύνων της εταιρίας (δεν είναι καθόλου σημαντικό να νοιαστούμε,»ποιοι είναι αυτοί»,για τα ονόματα τους) να δημιουργήσει κρασιά σε στυλ Νέου Κόσμου (υπερβολικά βαθύχρωμα-σχεδόν κατάμαυρα-με εξαιρετικά υψηλό αλκοολικό τίτλο,παχειά και πολύ πλούσια,έντονα φρουτώδη και μαλακά,βελούδινα και σχεδόν «γλυκά»,μαλακές/σχεδόν ανύπαρκτες τανίνες.

    Δεν είναι ωστόσο επιλογή μόνο του Κτήματος Κυρ-Γιάννη-και δη στην πλήρη κατ’εμέ αλλαγή πλεύσης της «Ράμνιστας».Ας δούμε και την αλλαγή πλεύσης και στυλ στον εξαιρετικό Καρυδά,ας δούμε το «Γη και Ουρανός» του Θυμιόπουλου και νομίζω θα καταλάβουμε πολλά.

    Needless to remind,όλοι αυτοί οι παραγωγοί είναι ξεκάθαρα και σαφέστατα προσανατολισμένοι στις εξαγωγές και πωλήσεις στην Αμερική (πηγαίνουν καλά,απ’ότι ξέρω) και αισθάνονται υπερήφανοι για τις αξιολογήσεις του Robert Parker.

    Κατά την αυστηρά προσωπική μου γνώμη,το θέμα είναι αρκετά θλιβερό:με εξαιρετικά μεγάλη καθυστέρηση (όπως τα πάντα στην Ελλάδα) βλέπουμε τα Ευρωπαικά κρασιά να χάνουν τελείως την φυσιογνωμία τους και τα ξεκάθαρα Ευρωπαικά χαρακτηριστικά τους για να αρέσουν στην Αμερική-για την ακρίβεια στις ΗΠΑ.Και μάλιστα όλα αυτά σε μία εποχή που σε όοοοοολο τον κόσμο–ακόμα και στις ΗΠΑ–συρρικνώνονται σιγά σιγά αυτά τα κρασιά που καθυστερημένα μιμούμαστε και αρχίζουν πλέον να ξεπροβάλλουν πολύ έντονα…κρασιά φτιαγμένα με την Ευρωπαική αντίληψη και στο Ευρωπαικό στυλ.

    Την στιγμή που η Ελλάδα (των οινοποιών) ανακαλύπτει το στυλ Νέου Κόσμου,ο Νέος Κόσμος το εγκαταλείπει για χάρη του Ευρωπαικού στυλ!

  12. Ο/Η mpampakis λέει:

    Να συμπληρώσω σχετικά:

    http://www.myreview.gr/wine/reviews/21-2/453/ramnista-1997-kyr-gianni-mpoutari-o.p.a.p-naoysa-/?sms_ss=twitter&at_xt=4e69de12e34e765f

    και να υποσχεθώ ότι θα επανέλθω για σχολιασμό – πέρα από όσα είπαμε στο τηλέφωνο. 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s