Τοπίο δέους

Αφιερωμένο στο φίλο Δημήτρη. Περιμένω ανυπόμονα την ανταπόκρισή σου.

Την πρώτη φορά που τα ταξίδια σου θα σε φέρουν στα νότια των Κυκλάδων δεν θα έχεις ιδέα για αυτό που θα αντικρίσεις. Ένας άνθρωπος με ανοιχτά μάτια δεν μπορεί παρά να μείνει ακινητοποιημένος και γεμάτος δέος απέναντι στο θέαμα που προσφέρει η καλδέρα ενός βυθισμένου ηφαιστείου. Και γύρω της; Τα λιγοστά απομεινάρια ενός νησιού που τινάχτηκε ολόκληρο θαρρείς στον αέρα. Ο γκρεμός σημαδεύεται ανεξίτηλα από το τσεκούρι του Εγκέλαδου, τα χρώματα των ηφαιστειογενών βράχων εναλλάσσονται σαν παζλ μνημείων καταστροφής και, παρόλα αυτά, ο άνθρωπος, πείσμων και εφευρετικός, δεν αποσύρεται. Θήρα ή Σαντορίνη, όπως κι αν διαλέξεις να την αποκαλέσεις, είναι ένας τόπος μοναδικός και αξιομνημόνευτος.

Ο σεβασμός απέναντι στις πανίσχυρες δυνάμεις της Φύσης σε κυριαρχεί. Θα διαβάσεις ότι η καλδέρα είναι αποτέλεσμα αλλεπάλληλων εκρήξεων και το ηφαίστειο κάθε μερικές δεκάδες χιλιάδες χρόνια γεμίζει την θάλασσα με στεριά για να την ξαναγκρεμίσει στα τάρταρα. Στο μυαλό σου όμως θα είναι καρφωμένη η έκρηξη που έγινε το 1500 πΧ περίπου. Η Θήρα ήταν ένας τόπος που κοσμήθηκε από πρώιμο πολιτισμό, αλλά το ηφαίστειο τον κατέστρεψε: η έκρηξη έστειλε μεγάλο μέρος του νησιού στο βυθό της θάλασσας και η καταστροφική μανία του ηφαιστείου μετέτρεψε τις φλούδες γης που έμειναν κυριολεκτικά σε κρανίου τόπο. Η έκρηξη πρέπει να έμοιαζε με το τέλος του κόσμου για τους αυτόπτες μάρτυρες, με τη στάχτη να εξακοντίζεται μέχρι την Ιρλανδία και τον καπνό να επηρεάζει το κλίμα της ανατολικής Μεσογείου για δεκαετίες. Η Σαντορίνη ήταν μια κατοικημένη και ακμάζουσα γη του κυκλαδικού πολιτισμού. Το ηφαίστειο διάλεξε να τον ξεχερσώσει.

Και δεν σταμάτησε εκεί. Περίπου 63 ναυτικά μίλια νοτιότερα, στην Κρήτη, ανθούσε ένας άλλος σημαντικός πρώιμος πολιτισμός – το ηφαίστειο τον κατάπιε κι αυτόν. Πελώριο τσουνάμι χτύπησε τις ακτές της Κρήτης και η στάχτη επηρέασε δραματικά το κλίμα για τα επόμενα χρόνια, οδηγώντας τον πληθυσμό σε λιμό. Στον μινωικό πολιτισμό ο βασιλιάς ήταν υπεύθυνος να εξασφαλίζει την ανοχή των σκληρών θεών για το λαό του. Η έκρηξη κατέλυσε κάθε έννοια κοινωνικής συνοχής, αφού ο βασιλιάς δεν ήταν πια ο εκλεκτός των Θεών. Οι πόλεις των Μινωιτών οδηγήθηκαν στην αναρχία.

Αυτά πριν χιλιάδες χρόνια. Σήμερα, το βλέμμα ταξιδεύει και χαϊδεύει το βαθυγάλαζο Αιγαίο και τα όμορφα ηλιοβασιλέματα κι αναρωτιέσαι: υπήρξε πράγματι τόσο σκληρή η Φύση με τον Άνθρωπο εδώ; Η απάντηση είναι ναι, το ηφαίστειο με όλη του την σκληράδα παραμένει ενεργό, νησάκια ξεφυτρώνουν στο κέντρο της καλδέρας και το τελικό αποτέλεσμα είναι αυτός ο τόπος, βγαλμένος λες από την φαντασία οπιομανούς. Που πιάνει ωστόσο ο μοναδικός Ήλιος των Κυκλάδων και τον αλλάζει σε τοπίο παράδοξα φιλόξενο.

Όσο ξεχωριστό είναι το τοπίο της Σαντορίνης άλλο τόσο ξεχωριστά είναι τα προϊόντα της. Και όλοι αναγνωρίζουμε ότι το προϊόν που αποδίδει καλύτερα τον χαρακτήρα ενός τόπου είναι το κρασί. Η Σαντορίνη είναι περιοχή ονομασίας προέλευσης και το δικαιούται απόλυτα αυτό, αφού από κάθε άποψη το έδαφος, το κλίμα και η προσαρμοστικότητα των ντόπιων ποικιλιών είναι ανεπανάληπτα και γεμάτα ένταση όσο και τα κρασιά της.

Ένταση – αυτή είναι η λέξη. Τα κρασιά της Σαντορίνης, είτε μιλάμε για κατάξερα λευκά που φέρνουν στο νου την ηφαιστειακή στάχτη, είτε για ηδονικά Βινσάντο που θυμίζουν δροσερά Αυγουστιάτικα φεγγάρια, τα κρασιά της Σαντορίνης οφείλουν να δείχνουν ηλεκτρική, μεθυστική ένταση, σαν τη μουσική και τους στίχους του Τζιμ Μόρισσον. Τα στρώματα των ηφαιστειακών υλικών, η χαμηλή βροχόπτωση των Κυκλάδων και η απόκοσμη ομοιότητα του εδάφους με δείγματα σεληνιακών πετρωμάτων που κοσμούν διάφορα μουσεία Φυσικής Ιστορίας αιτιολογούν τον χαρακτήρα των κρασιών της. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για τα κρασιά ΟΠΑΠ που μπορούν (και ενδεχομένως θα έπρεπε) να αποτελέσουν τη ναυαρχίδα των ελληνικών κρασιών στο εξωτερικό.

Τα κλήματα στη Σαντορίνη φυτεύονται αραιά, ανάμεσα σε ελαφρόπετρες και στάχτες, και κλαδεύονται με έναν ιδιόρρυθμο τρόπο σε στεφάνι για να αντέξουν τους ισχυρούς ανέμους. Οι άνεμοι αυτοί στερούν το φυτό από κάθε υγρασία και το φέρνουν στα όριά του – κι όταν λέμε από κάθε υγρασία κυριολεκτώ. Με αυτό τον τρόπο η οξύτητα των σταφυλιών δεν μειώνεται στο ελάχιστο και προχωρά χέρι – χέρι με την υψηλή περιεκτικότητα σε σάκχαρα που εξασφαλίζεται από το αλλοπρόσαλλο έδαφος και την παρατεταμένη ηλιοφάνεια.

Η ποικιλία που κυριαρχεί στη Σαντορίνη είναι το Ασύρτικο. Από τις πιο πολυδύναμες και φίνες ελληνικές ποικιλίες, δίνει υψηλή οξύτητα και υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ, δίνει αυστηρά ξηρά κρασιά (που σου θυμίζουν την αλμύρα και την στάχτη του τόπου που γεννήθηκαν) αλλά και αμαρτωλά γλυκά (που σου θυμίζουν χάδι αγαπημένης γυναίκας την ώρα του ηλιοβασιλέματος της Οίας). Έντονα μεταλλικό, αυτοί που τους αρέσει το λατρεύουν. Επίσης, είναι από τις λίγες ελληνικές λευκές ποικιλίες που συνεργάζεται τόσο αρμονικά με ωρίμανση σε νέο βαρέλι, αν και εξακολουθώ να προτιμώ την εκδοχή που ζυμώθηκε και ωρίμασε μόνο σε ανοξείδωτες δεξαμενές.

Σημειώστε ότι παρότι το Ασύρτικο καλλιεργείται πλέον και από παραγωγούς εκτός Σαντορίνης (π.χ. Παπαϊωάννου, Γεροβασιλείου, κλπ) ο παραδοσιακός του τόπος είναι η Σαντορίνη και μόνο, πράγμα που ενισχύει τις υποψίες ότι πρόκειται για ποικιλία που πηγαίνει πολύ πίσω στην ιστορία. Και ο χαρακτήρας του «στεριανού» ασύρτικου είναι λιγότερο μεταλλικός και πιο «εξημερωμένος», στερώντας από το τελικό προϊόν την ένταση που είναι τόσο χαρακτηριστική στα κρασιά της Σαντορίνης.

Στα λευκά ΟΠΑΠ Σαντορίνη, εκτός από Ασύρτικο, υπάρχουν το Αθήρι και το Αηδάνι, που προσδίδουν πιο περίπλοκα αρώματα στο κρασί. Η μαύρη μανδηλαριά που επίσης καλλιεργείται στη Σαντορίνη ευδοκιμεί ικανοποιητικά και δίνει κρασιά με πλούσιο σώμα και ήπιες τανίνες, που όμως δεν έχουν δικαίωμα σε οίνους ΟΠΑΠ.

Το παραδοσιακό ξηρό λευκό λέγεται νυχτέρι και το όνομα αυτό του δόθηκε γιατί υποτίθεται ότι προέρχεται από σταφύλια που μαζεύτηκαν πριν το ξημέρωμα. Είναι εντυπωσιακό ότι «το νυχτέρι δεν έχει χρώμα» όπως λένε οι ντόπιοι, δλδ πρόκειται για ένα σχεδόν τελείως διάφανο λευκό, υπο-κίτρινο στην ουσία. Σε κάθε περίπτωση διατηρεί τα τυπικά χαρακτηριστικά της Σαντορίνης: οξύτητα, σώμα (για λευκό), αρώματα λεμονανθών και εντυπωσιακή επίγευση.

Το έντονα γλυκό βινσάντο είναι ίσως ένα ακόμα πιο ιδιαίτερο κρασί. Βενετσιάνικο το όνομα, αλλά με παράδοση σίγουρα ακόμα παλαιότερη, το βινσάντο προέρχεται από καλογινωμένα σταφύλια που απλώνονται στον ήλιο για μία με δύο εβδομάδες πριν συνθλιβούν. Πρόκειται για λιαστό κρασί με άλλα λόγια, που όταν σερβίρεται κρύο είναι ιδανικό για το κλείσιμο ενός γεύματος και την παρατεταμένη κουβεντούλα ένα βράδυ σε βεράντα ή ταράτσα.

Ο μεγάλος εχθρός του κρασιού πλέον είναι ο τουρισμός. Η γη χρησιμοποιείται για ανέγερση ενοικιαζόμενων και τα διαθέσιμα χέρια για την εξυπηρέτηση των τουριστών, αλλά η Σαντορίνη αντιστέκεται. Η συρρίκνωση της επιφάνειας των αμπελώνων έχει σταματήσει και ίσως μάλιστα μια μικρή τάση αναστροφής να μπορεί να παρατηρηθεί. Απέναντι στο νεόπλουτο ελληνικό αγοραστικό κοινό, που διαλέγει φιάλες βάσει ποικιλίας και όχι βάσει περιοχής, η Σαντορίνη είναι από τις λίγες ζώνες ΟΠΑΠ που κατάφερε να εδραιώσει μια συγκεκριμένη τυπική εικόνα, παρά την μικρή χρονικά προβολή της. Άλλωστε, η εμφιάλωση του κρασιού της άρχισε μόλις την δεκαετία του ’70 και μέχρι τότε τα σαντορινιά κρασιά ήταν ένα καλά φυλαγμένο μυστικό όσων είχαν επισκεφτεί το ηφαιστειογενές νησί.

Τώρα, όσον αφορά παραγωγούς, προτείνω πάντα τον Θαλασσίτη της Γαίας (αν και η σοδειά του 2006 μου φάνηκε πολύ επιθετική όταν την δοκίμασα πρόσφατα) Σιγάλα, Αργυρό και Αντωνίου. Από τον Αργυρό έχω δοκιμάσει και παλαιωμένο βινσάντο 20-ετίας το οποίο με άφησε κυριολεκτικά άφωνο με την επίγευσή του. Σέβομαι και τον Ρούσσο, αλλά δεν βρίσκω εύκολα φιάλες του στην Αθήνα, ενώ για μια περιορισμένη σε κόστος (αλλά και σε ποιότητα) λύση η εμφιάλωση της «Μπουτάρης» κρατά την τυπικότητα του ΟΠΑΠ. Οι εμφιαλώσεις αυτές αποτελούν και καλή ιδέα για να «γνωριστεί» κάποιος με την ζώνη, όπως και οι εμφιαλώσεις του Συναιτερισμού, αλλά δεν σε αφήνουν με τις εντυπώσεις των πιο απαιτητικών παραγωγών. Να αναφέρω τέλος και τον Κουτσογιαννόπουλο, ο οποίος έχει στήσει ένα μίνι μουσείο κρασιού, ανάμεσα σε όμορφους και φροντισμένους αμπελώνες. Και τα δικά του κρασιά δυσκολεύομαι να βρω στην Αθήνα, αν και αξίζουν τον κόπο (εμφιαλώνει και ένα πολύ ευπρόσωπο, «χυμώδες» κόκκινο, αν βρεθείτε στο νησί αναζητήστε το).

Έρχεται καλοκαίρι και πολλοί ή λίγοι θα ταξιδέψουμε προς την Θήρα. Το μυστικό είναι στη φιάλη: θα μας βοηθήσει να ταξιδέψουμε χωρίς να χρειαστεί να πάμε. Και θα μας βοηθήσει να κρατήσουμε και τις αναμνήσεις του ταξιδιού ζωντανές, μέσα στο ποτήρι μας. Μόνο που εδώ θα πρέπει να πιούμε στην υγειά του ηφαιστείου και των καταστροφών του!

Advertisements

7 comments on “Τοπίο δέους

  1. Ο/Η Kostas P. λέει:

    Δεν έχεις δίκιο για το Συνεταιρισμό. Τα τελευταία 2-3 χρόνια έχει κάνει άλματα και πλέον τόσο το Vinsanto του όσο και το Ασύρτικό του στέκονται επάξια δίπλα στους μεγάλους. Αντίθετα, προσωπικά τουλάχιστον, ο Θαλασσίτης δε μου λέει τίποτα το ιδιαίτερο.
    Όσον αφορά τα «ηπειρωτικά» ασύρτικα, δοκιμάστε αυτό του Κτήματος Εύχαρις. Λόγω διαφορετικής «γης», είναι πιο πλούσιο και σύνθετο από τα Σαντορινιά, ενώ ταυτόχρονα πιο «εξημερωμένο», όπως εύστοχα παρατηρείτε, οπότε και πιο φινετσάτο. Μια φινέτσα που γενικά λείπει από τον Ελληνικό αμπελώνα.

  2. Ο/Η donemo λέει:

    Στους αξιόλογους παραγωγούς θα συμπληρώσω και τον Χατζηδάκη με τον πολύ καλό «πειραματικό» οίνο Μαυροτράγανο βασισμένο στην ομώνυμη ποικιλία που απαντάται (αν δεν απατώμαι) αποκλειστικά στην Σαντορίνη.

    Συγχαρητήρια για το blog σου, μας ανοίγεις την όρεξη κάθε φορά!

    Δημήτρης

  3. Ο/Η mpampakis λέει:

    Καλημέρα σε όλους!

    @Κώστας:
    Η αλήθεια είναι ότι από τα κρασιά του Συναιτερισμού έχω πιει τα λευκά και όχι το Βινσάντο του. Και η τελευταία φορά ήταν πριν κάποια χρόνια, οπότε μπορεί κάλλιστα να έχεις απόλυτο δίκιο και να τους αδικώ. Μην ξεχνάς, ως ερασιτέχνης δεν δοκιμάζω τα πάντα διαρκώς οπότε ενδεχόμενες βελτιώσεις στις τεχνικές τους αργούν να φτάσουν στη…βάση δεδομένων μου! 😉 Θα βάλω στο πρόγραμμα να τα τσεκάρω ξανά μετά το σχόλιό σου (αφορμή για να τραβάω τους φελλούς είναι τελικά και το μπλογκ)
    Το Ασύρτικο του Κτήματος Εύχαρις είναι πράγματι καλό (όπως και το αντίστοιχο του «Τέχνη Αλυπίας»). Προσωπικά ευχαριστιέμαι πολύ την μεταλλικότητα που έχει η Σαντορίνη, οπότε τα «στεριανά» Ασύρτικα, αν και τα βρίσκω ευχάριστα έως και πολύ ευχάριστα, σπάνια με συναρπάζουν. Ωστόσο, πρόκειται καθαρά για θέμα προσωπικού γούστου, δλδ εδώ δεν τίθεται θέμα ποιότητας απλά θέμα γεύσης.
    Η φινέτσα δεν θα έλεγα ότι λείπει εξ ολοκλήρου από τα ελληνικά κρασιά. Ναι μεν είναι συνήθως αρκετά ρουστίκ, αλλά οι καλές Μαντίνειες για παράδειγμα ή κάποιες εμφιαλώσεις όπως το «Άδολη Γης» του Αντωνόπουλου τα θεωρώ φινετσάτα. Και βάζω επίτηδες κρασιά από γηγενείς ποικιλίες, γιατί το Viognier του Γεροβασιλείου για παράδειγμα ξεκινά με άλλες προδιαγραφές στο θέμα φινέτσα ούτως ή άλλως.
    Θα προσθέσω πάντως ότι ο μέσος καταναλωτής δεν νομίζω ότι αναζητεί φινέτσα αλλά κυρίως (και δυστυχώς) εντυπωσιασμό. Γιαυτό και βλέπουμε τόσα, ίδια μεταξύ τους, Cabernet ή Chardonnay, με μπόλικη βανίλια βαρελιού και ελάχιστες ιδιαιτερότητες και ισορροπίες.

    @Donemo:
    Πολύ σωστά! Απορώ πώς τον ξέχασα τον Χατζηδάκη, παρότι είναι από τους παραγωγούς που κι εγώ ξεχωρίζω. Ευχαριστώ για την υπενθύμιση!
    Σ’ ευχαριστώ πολύ και για τα καλά σου λόγια για το blog Δημήτρη.

  4. Ο/Η Kostas P. λέει:

    Για να είμαι ειλικρινής το ίδιο ισχύει και για μένα και τον Θαλασσίτη. Τον είχα δοκιμάσει τότε…στις αρχές, οπότε μάλλον θα πρέπει να τον κσανατσεκάρω. Όσο για τη φινέτσα, και μιας και ανέφερες Μαντίνειες, μπορεί μεν να έχουν εξελιχθεί πολύ, αλλά η μύτη παραμένει υπερβολικά έντονη σε σχέση με την αίσθηση που αποκτάς στο στόμα. Μιλάμε όμως για την απόσταση του πολύ καλού από το τέλειο. Αυτό που εννοώ εγώ φινέτσα στον Ελληνικό αμπελώνα (αναφερόμενοι πάντα σε γηγενείς ποικιλίες) μπορείς να το βρεις στη Ρομπόλα (Gentilini, Μεταξάς, Σκλάβος).
    Τα συγχαρητήρια και από μένα για το blog είναι κάτι που έλειπε και έψαχνα…ερασιτεχνικό αλλά ψαγμένο και υπεύθυνο.

  5. Ο/Η mpampakis λέει:

    Καλημέρα,

    @Κώστας:
    Για τη Μαντίνεια να προσθέσω απλώς ότι είναι στη φύση του Μοσχοφίλερου να δίνει κρασιά με έντονο αρωματικό προφίλ, οπότε είναι λογικό κάτι τέτοιο.
    Σ’ ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια. Προσπαθώ. 🙂

  6. Ο/Η ip λέει:

    εγω λόγω καταγωγής από το νήσι θα πρότεινα σε όλους και τους άγνωστους παραγωγούς οίνου. Τους παραγωγούς που συνεχίζουν ακόμα την παράδοση όπως την μάθανε από πάππου προς πάππου. Για π.χ. Γαβαλάς, Δαμασκηνός, στο Μεγαλοχώρι, Σιγάλας στην Οία κ.ο
    Πολύ καλή δουλεια!

  7. Ο/Η Kostis λέει:

    Έχει τύχει να παρευρεθώ σε γευσιγνωσία στο Παρίσι όπου Γάλλοι επαγγελματίες (από τους σπουδαιότερους του χώρου) δοκίμαζαν τον Πύργο του Χατζηδάκη (πειραματική εμφιάλωση σε 2 βαρέλια μόνο για το 2001!) και παραμιλούσαν από το μεγαλείο του Ασσύρτικου! Ένας μάλιστα τόνισε πως αυτό το κρασί θα μπορούσε πανάξια να σταθεί ακόμη και δίπλα στα μεγάλα Chassagne-Montrachet!
    Σχετικά με τους ..άγνωστους παραγωγούς οίνου, θα έλεγα πως δεν είναι και τόσο άγνωστοι…
    Ο Σιγάλας συναντάται από Γαλλία έως Αμερική και έχει πολύ καλό όνομα σε όλη την Ελλάδα.
    Γαβαλά δεν έχω πιει ποτέ μου και είμαι περίεργος να δοκιμάσω.
    O Δαμασκηνός δε μου λέει κάτι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s